Γράφει ο Θεολόγης Ανδρονίδης
Στη Ρωμαϊκή επικράτεια το 284 ανακηρύχθηκε αυτοκράτωρ ο Διοκλητιανός. Η περίοδος διακυβέρνησής του θεωρήθηκε από τους συγχρόνους του ως περίοδος restitutio και renovatio (αποκαταστάσεως και ανανεώσεως). Δεν είναι, όμως, μόνον αυτό. Οι αλλαγές που υφίσταται το Ρωμαϊκό κράτος το μεταλλάσουν σε ένα νέο κράτος που καμία σχέση δεν έχει με τις πολιτικές αντιλήψεις του αρχαίου κόσμου. Ο Διοκλητιανός θεωρείται ο πρώτος ηγεμόνας της νέας εποχής, ο πρώτος χαλίφης. Και αν δεν είναι ο Διοκλητιανός σίγουρα είναι ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο πρώτος ελέω θεού Βασιλεύς. Το 330 δεν είναι απλά ένα translatio imperii αλλά η συμβολική γενέθλια ημερομηνία ενός νέου κρατικού μορφώματος μέσα στα πλαίσια του νέου μαγικού πολιτισμού. Νέα δομή, νέα πολιτική ιδεολογία και νέα κρατική θρησκεία. Ο Αυτοκράτωρ περιβάλλεται με νέα σύμβολα εξουσίας, πολυτελή χρυσοποίκιλτη ενδυμασία, περίπλοκη αυλική εθιμοτυπία, προερχόμενα όλα από την αυλή του Πέρση Βασιλέως. Είναι η ενσάρκωση του θείου λόγου, bono generis humani natus, (γεννημένος επ΄ αγαθώ του ανθρωπίνου γένους). Αυτό που ονομάσθηκε πέρασμα από την ηγεμονία στη δεσποτεία δεν είναι τίποτε άλλο στην ουσία του παρά το πέρασμα από ένα πολιτισμό σε έναν άλλο.
Ο νέος αυτός πολιτισμός δυστυχώς, δεν έχει αποκτήσει όνομα. Άλλοι ιστορικοί τον ονομάζουν Βυζαντινο-Αραβικό, άλλοι Βυζαντινο-Ισλαμικό και άλλοι μαγικό. Καμία όμως ονομασία δεν κυριολεκτεί. Ο νέος αυτός, λοιπόν, πολιτισμός κατά τον 4ο αιώνα διαμορφώνει την κοσμοθεωρία του. Οι διανοούμενοι που επιφορτίζονται με το καθήκον αυτό , δεν λέγονται πλέον ούτε σοφιστές ούτε φιλόσοφοι αλλά θεολόγοι. Κορυφαίες μορφές είναι ο Αλεξανδρεύς Ωριγένης, οι Καπαδόκες Βασίλειος, Γρηγόριος Ναζιανζηνός και Γρηγόριος Νύσσης, ο Αντιοχεύς Ιωάννης ο Χρυσόστομος και τέλος ο Βορειοαφρικανός Αυγουστίνος. Είναι , όμως, χαρακτηριστικό ότι κανείς τους δεν κατάγεται από τις Ελληνικές αλλά ούτε και από τις Ρωμαϊκές περιοχές, με τη στενή τους έννοια.
Από τα μαθηματικά κείμενα εκείνης της εποχής διασώζονται ελάχιστα. Χαρακτηριστικά, όμως, είναι τα γραπτά του Διόφαντου. Ο Διόφαντος έζησε γύρω στα 250μΧ., και ήταν ο πρώτος που απελευθέρωσε τον αριθμό από την δέσμευσή του από τον κόσμο των αισθήσεων. Έτσι ξεκινά η άλγεβρα. Μπορεί, βέβαια, να μη τη δημιούργησε ο ίδιος αλλά έσπειρε τις πρώτες βασικές ιδέες . Δεν πρόκειται για έναν εμπλουτισμό των αρχαίων μαθηματικών αλλά για υπέρβαση. Τα μαθηματικά του βρίσκονται μακριά από την αίσθηση του αρχαίου κόσμου, από την Ευκλείδεια Γεωμετρία, από την γλυπτική του γυμνού αγάλματος. Η ιδέα του αριθμού ως μεγέθους, δεν διευρύνεται τώρα αλλά σταδιακά διαλύεται. Κανένας Έλληνας δεν θα μπορούσε να πει τι είναι ένας απροσδιόριστος αριθμός α και τι ένας αφηρημένος αριθμός 3. Και τα δυο δεν είναι ούτε μεγέθη ούτε τμήματα ευθείας. Είναι αυτό που λέμε εμείς , υπολογισμός με γράμματα.
Στον Διόφαντο ο αριθμός δεν είναι πια μέτρο όπως και στα ψηφιδωτά της Ραβέννας και της Κωνσταντινούπολης , ο άνθρωπος δεν είναι σώμα. Μπορεί ακόμη να μη γνωρίζει το μηδέν ούτε τους αρνητικούς αριθμούς , αλλά πόρρω απέχει και από τους Πυθαγορείους αριθμούς. Η στερεομετρική αίσθηση των αριθμών που έφθασε στη μέγιστη εκλέπτυνση και κομψότητα με τον Αρχιμήδη και που προϋποθέτει μια κοσμοπολίτικη ευφυΐα , έχει εξαφανισθεί. Παντού στο βυζαντινό-αραβικό κόσμο που αναδύεται, επικρατούσε ένα μουντό κλίμα, μια λαχτάρα και ένας μυστικισμός , όχι πια η αττική φωτεινότητα και η ελεύθερη διάθεση. Ο άνθρωπος ήταν ένα θνητό, επίγειο πλάσμα της υπαίθρου, όχι μιας μεγαλούπολης όπως ο Ευκλείδης και ο Αρχιμήδης. Μόνο στη Βαγδάτη στον 9ο αιώνα , στον ώριμο αραβικό πολιτισμό ολοκληρώθηκαν, με την πλήρη ανάπτυξη της άλγεβρας οι συλλήψεις του Διόφαντου. Της άλγεβρας , που το όνομά της το πήρε από το εγχειρίδιο Αλ- Γκαμπίρ του Πέρση μαθηματικού, αστρονόμου και γεωγράφου , Αλ Χοβαρίσμι ,που και αυτός πάλι έδωσε το όνομά του στον αλγόριθμο.
Ένα από τα φιλοσοφικά ζητήματα που πρέπει να λύσουν, είναι το μυστήριο του χρόνου. Με αυτό ουσιαστικά καταπιάνονται ο Μέγας Βασίλειος και λίγο αργότερα ο Ιερός Αυγουστίνος. Και όπως για να χτίσουν οι χριστιανοί τους ναούς τους χρησιμοποίησαν υλικά από τους κατεστραφέντες αρχαίους ναούς δίνοντάς τους νέα μορφή, έτσι και αυτοί εντρυφούν στα αρχαία κείμενα και ανασύρουν τη σκέψη των Ελλήνων δίνοντάς της πλέον νέο περιεχόμενο.
(συνεχίζεται)