Γράφει ο Θεολόγης Ανδρονίδης
Πριν αναλύσουμε την φύση του χρόνου, ας δούμε πώς ο Βασίλειος αντιλαμβάνεται την προ της δημιουργίας κατάσταση. Στην εξαήμερο γράφει: «Υπήρχε μια κατάστασις πρεσβυτέρα της δημιουργίας του κόσμου αρμόζουσα στις υπερκόσμιες δυνάμεις , η υπέρχρονος, η αιώνια , η αΐδιος» , και παρακάτω «…ειπών Ἐν ἀρχῇ ἐποίησε, δηλαδή εις την αρχή αυτήν του χρόνου . Διότι όταν λέγει ότι έγιναν Ἐν ἀρχῇ δεν εννοεί ασφαλώς ότι ο χρόνος είναι πρεσβυγενής έναντι όλων των άλλων δημιουργημάτων» . Είναι καταφανής, λοιπόν η άποψή του ότι ο χρόνος δημιουργείται μετά του κόσμου και δεν είναι αρχαιότερός του. Η προτέρα δε κατάσταση είναι υπέρχρονος, αιώνια και αΐδιος. (Το αΐδιος, είναι όρος καθιερωμένος ήδη από τον Όμηρο. Ο Πλάτων τον χρησιμοποιεί για να εκφράσει την αιωνιότητα των ιδεών και των θεών. Και από τον Αριστοτέλη χρησιμοποιείται για να εκφράσει την αιωνιότητα. Η αρχική του σημασία είναι : κάτι που δεν έχει μορφή , σχήμα). Αυτή , όμως η παράθεση των τριών προσδιοριστικών επιθέτων , δηλαδή η προσπάθειά του να συγκεράσει την αρχαία φιλοσοφική σκέψη με την βιβλική δημιουργεί ασυνέπεια στο σύστημά του. Για να το κατανοήσουμε ας μελετήσουμε την θεωρία του για τη φύση του χρόνου. Ορίζει, λοιπόν, τον χρόνο, στον Ανατρεπτικό του Απολογητικού του Δυσσεβούς Ευνομίου ως εξής : Ο δε χρόνος είναι το διάστημα το οποίον εκτείνεται μαζί με τον κόσμο από της δημιουργίας· μέσα σ’ αυτό το διάστημα μετράται κάθε κίνηση είτε των αστέρων είτε των ζώων είτε οποιουδήποτε άλλου κινούμενου κτίσματος … Είναι, λοιπόν, το διάστημα που εκτείνεται από τη γένεση του κόσμου και μ’ αυτό μετριέται η κίνηση των σωμάτων. Η θέση του αυτή ομοιάζει με εκείνη του Αριστοτέλη αλλά και διαφέρει. Ο Αριστοτέλης ορίζει τον χρόνο σαν τον αριθμό της κίνησης , μ’ αυτόν μετριέται η κίνηση αλλά και με την κίνηση μετριέται ο χρόνος. Εάν δε, δεν υπάρχει σώμα που να κινείται ή να αλλοιώνεται, δεν υπάρχει και χρόνος. Εάν πάλι δεν υπάρχει ψυχή, (ψυχή του κόσμου) και μάλιστα νους, που να μπορεί να αριθμεί, πάλι δεν υπάρχει χρόνος. Η διαφορά τους έγκειται λοιπόν, στο ότι ο Αριστοτέλης θεωρεί τον χρόνο μη αντικειμενικό, ότι η φύση του χρόνου είναι η αίσθηση που προκαλεί στο νου η κίνηση, ενώ για τον Βασίλειο είναι αντικειμενικός, κάτι που υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς. Τον ορίζει σαν διάστημα, μάλιστα με πέρατα – το ένα σημείο είναι η αρχή του κόσμου και το άλλο η κρίση. Το φαινόμενο αυτό λέγεται χωροποίησει του χρόνου, το να αντιλαμβανόμαστε, δηλαδή, τον χρόνο σαν να ήταν διάστημα μήκους. Έτσι θεωρεί ότι˙ είναι φθαρτός όπως και τα άλλα κτίσματα ˙ η φύση του είναι ίδια με των γινομένων και απογινομένων πραγμάτων, αυξάνεται και καταρρέει και δεν διακρίνεται ούτε από σταθερότητα ούτε από μονιμότητα ˙ η ροή του τρέχει μαζί με τον κόσμο και δεν σταματά ποτέ . Τα σώματα των ζώων και των φυτών είναι δεμένα με το ρεύμα του χρόνου που τα οδηγεί στη γέννηση και τη φθορά ˙ όλα περικλείονται από τον χρόνο του οποίου ο χαρακτήρας είναι συγγενής των μεταβλητών πραγμάτων . Ο χρόνος ρέει, και η πρώτη κίνηση του εδόθη από τον θεό την στιγμή της δημιουργίας . Είναι φθαρτός όσο και τα πράγματα αφού το μεν παρελθόν εξαφανίζεται, το μέλλον ακόμη δεν εμφανίσθηκε, το δε παρόν πριν ακόμη γίνει αντιληπτό διαφεύγει . Παρεμπιπτόντως, πρέπει να αναφέρουμε ότι η αντίληψη του ιερού Αυγουστίνου περί χρόνου, είναι ταυτόσημη με εκείνη του Βασιλείου. Γράφει στο Confessiones XI «πραγματικά δεν υπάρχει παρελθόν ούτε μέλλον, αλλά μόνον παρόν. Το παρόν είναι μια στιγμή , και ο χρόνος μπορεί να μετρηθεί μόνον όταν περνά» . Αλλά και για την ταυτόχρονη γένεση χρόνου και κόσμου έχουμε συναντίληψη των δυο αυτών κορυφαίων θεολόγων. (Civitas Dei – Cofessiones XI ). Η τελευταία μάλιστα αποτέλεσε δόγμα για τους μετέπειτα θεολόγους και έφθασε μέχρι σήμερα. Δυστυχώς , όμως , οι Δυτικοί φιλόσοφοι και ιστορικοί της επιστήμης αγνοούν ότι οι θέσεις αυτές διατυπώθηκαν από τον Βασίλειο 35 χρόνια πριν από τον Αυγουστίνο. Τέλος, την αντίληψη ότι η γένεση του χρόνου συνέβη με την γένεση του κόσμου, την συναντάμε ξανά στον εικοστό αιώνα, στην θεωρία της μεγάλης έκρηξης που αποτελεί σήμερα την θεωρία standard. (Τα τρία πρώτα λεπτά Weinberg, Nobel 1978).
Το Βιογραφικό του Θεολόγη Ανδρονίδη
Ο Θεολόγης Ανδρονίδης σπούδασε Χημεία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με μεταπτυχιακές σπουδές στην Αναλυτική Χημεία στο Πανεπιστήμιο της Bologna. Ήταν καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση και μέλος του ΔΣ της ΕΛΜΕ Σερρών. Είναι συνιδρυτής της ΕΜΕΙΣ (Εταιρεία Μελέτης και Έρευνας της Ιστορίας των Σερρών) και τακτικός εισηγητής στα Μαθήματα Κλασικής Παιδείας. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και στο διαδίκτυο : στο ιστολόγιο του http://t-logo.blogspot.com και επίσης οι ομιλίες του υπάρχουν στο κανάλι του στο YouTube .