Γράφει ο Θεολόγης Ανδρονίδης
Η αρχή του κόσμου είναι και αρχή του χρόνου. Η αρχή, όμως, του χρόνου είναι ένα αδιάστατο μέγεθος. Ο Βασίλειος υιοθετεί πλήρως τον συλλογισμό του Αριστοτέλη ότι η αρχή του χρόνου δεν είναι ακόμη χρόνος. Διότι εάν η αρχή ήταν χρόνος τότε θα μπορούσε να διαιρεθεί στα μέρη του χρόνου ήτοι σε αρχή , μέσον και τέλος. Εκ νέου δε αυτή η αρχή πάλι μπορεί να διαιρεθεί σε αρχή , μέσον και τέλος. Μια όμως, αρχή της αρχής μας οδηγεί σε μια άπειρη διαιρετότητα, πράγμα «καταγέλαστον» . Επειδή , λοιπόν, η αρχή του κόσμου είναι ακαριαία, θεωρεί ότι η φράση «ἐν Κεφαλαίῳ» από την μετάφραση του Ακύλα εκφράζει καλύτερα τα γεγονότα.
Και έτσι φθάσαμε σ΄ ένα σημαντικό σημείο του φιλοσοφικού προβληματισμού που απασχόλησε και απασχολεί όχι μόνον τον Βασίλειο αλλά και τους αρχαίους. Είναι η απορία μπροστά στο απειροστό, στο στιγμιαίο. Η ιστορία είναι παλιά, κρατάει από τον Ζήνωνα τον Ελεάτη (5ος αιώνας π.Χ.).
Ο Ζήνων, λοιπόν, με τις 4 αποδείξεις του ανέτρεψε λογικά την ύπαρξη της πολλαπλότητας, που σχετίζεται με την ίδια την ύπαρξη της ύλης, και της κίνησης. Η πολλαπλότητα σχετίζεται με την έκταση, το μήκος, ενώ η κίνηση με τον χρόνο. Βέβαια, το όλο πρόβλημα προκύπτει από την μη κατανόηση του απειροστού διαστήματος, είτε του χώρου είτε του χρόνου. Έλεγε, λοιπόν, ότι ένα βέλος για να διανύσει ορισμένο δρόμο έπρεπε πρώτα να διανύσει το μισό του, και για να το κάνει αυτό έπρεπε να διανύσει το μισό του μισού, αλλά πρώτα έπρεπε να διανύσει το μισό του μισού του μισού κ.ο.κ. Μια άπειρη σειρά μισών διαστημάτων. Συνεπώς, σε ορισμένο χρόνο έπρεπε να διανύσει άπειρα διαστήματα. Η άθροιση, όμως, απείρων τέτοιων διαστημάτων, όσο μικρά και αν είναι, δίνουν άπειρο μήκος. Επομένως σε πεπερασμένο χρόνο έπρεπε να διανύσει άπειρο μήκος, όπερ άτοπο. Κατέληγε, λοιπόν, ότι δεν μπορεί να υπάρχει κίνηση.
Ο Αριστοτέλης προσπάθησε να ανασκευάσει τις αποδείξεις του αλλά απλώς απέδειξε το αυταπόδεικτο, δηλαδή, ότι κίνηση υπάρχει. Στο καίριο ερώτημα, πως γίνεται και το άθροισμα απείρων , αν και ελαχίστων, διαστημάτων να δίνει ορισμένο μήκος, δεν απάντησε. Το ζήτημα αυτό, λύθηκε μαθηματικά μόνον κατά τον 17ο αιώνα με τις εργασίες του Leibnitz και του Νεύτωνα, οι οποίοι εισήγαγαν τον απειροστό λογισμό. Θεώρησαν ότι ο απείρως μικρός χώρος που προκύπτει από μια άπειρη διαίρεση, το στιγμιαίο διάστημα, στερείται διαστάσεων. Αντέστρεψαν , λοιπόν, το ερώτημα ως εξής. Πως το άθροισμα απείρων μεν, αλλά χωρίς καθόλου μήκος διαστημάτων δίνει πεπερασμένο μήκος; Κάτω από αυτήν , λοιπόν, την μορφή το πρόβλημα λύθηκε. Ο Αριστοτέλης αντελήθφηκε, εν μέρει, την καρδιά του προβλήματος, αλλά δεν μπόρεσε να δώσει λύση. Η θέση του ότι η αρχή του δρόμου δεν είναι ακόμη δρόμος είναι το κλειδί της λύσης. Με σημερινή ορολογία θα λέγαμε ότι κατανόησε την έννοια του στιγμιαίου διαστήματος. Η αρχή του δρόμου, δεν είναι δρόμος. Διότι σαν στιγμιαίο διάστημα, δεν έχει ακόμη μήκος και άρα δεν είναι δρόμος. Πρέπει να πούμε εδώ ότι ο πρώτος που ασχολήθηκε με την άθροιση άπειρων ήταν ο Αρχιμήδης αλλά οι εργασίες του δεν κατανοηθήκαν και ξεχάστηκαν. Αν, όμως, ο Αριστοτέλης προβληματίζεται για τον χώρο, ο Βασίλειος προβληματίζεται για τον χρόνο. Για να αποδείξει ότι ο χρόνος δεν είναι αΐδιος, αιώνιος πρέπει να αποδείξει ότι τουλάχιστον έχει μια αρχή. Αν, όμως, η αρχή του χρόνου είναι χρόνος δεν θα είναι αΐδιος ούτε άπειρος. Θα είναι ένα χρονικό διάστημα, οπότε μπορεί να διαιρεθεί απείρως, και συνεπώς, το άθροισμα όλων αυτών των απείρων χρονικών διαστημάτων θα δίνει μια άπειρη διάρκεια. Άρα αρχή δεν πρέπει να υπάρξει. Έτσι αποφαίνεται, ότι η αρχή του χρόνου είναι αδιάστατη, στερείται χρόνου, είναι ένα ακαριαίο γεγονός. Αντιλαμβάνεται ότι η ανάλυση του Ζήνωνα μας οδηγεί σε άτοπο, όμως, δεν μπορεί να το ξεπεράσει και καταφεύγει στον χλευασμό, ἀρχήν δέ ἀρχής ἐπινοεῖν παντελῶς καταγέλαστον.
Με την δημιουργία του χρόνου έχουμε και την δημιουργία των μέτρων του . Αναφέρει, λοιπόν, δυο μέτρα, ένα θεμελιώδες, την ημέρα, και ένα παράγωγο, την εβδομάδα. Η εβδομάδα δημιουργείται από την συνεχή επανάληψη της πρώτης ημέρας της δημιουργίας επτάκις ανακυκλωμένη, γι΄ αυτό και την ονομάζει η Γραφή «μίαν» και όχι πρώτην. Ο δε χρόνος σχηματίζεται από την κυκλική επανάληψη της εβδομάδας . Είναι ενδιαφέρον, πως ένα μέτρο που αποτελεί φυσική σταθερά, η ημέρα, και ένα που ορίζεται από τον άνθρωπο για πολιτισμικές ανάγκες, η εβδομάδα, θεωρούνται ίσης αξίας μέτρα. Η ημέρα ορίζεται ως το διάστημα 24 ωρών ή η επιστροφή του ουρανού στο ίδιο σημείο από όπου ξεκίνησε. Μάλιστα ορίζεται σαν η περιφορά του ουρανού και όχι του ηλίου ώστε να περιλάβει και τις 3 πρώτες μέρες της δημιουργίας, όταν δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί ο ήλιος. Η εβδομάδα, όμως, είναι ένα αυθαίρετο μέτρο, που δεν έχει να κάνει με κανένα φυσικό περιοδικό φαινόμενο. Ορίσθηκε και χρησιμοποιήθηκε από τους Χαλδαίους και μετέπειτα από τους Εβραίους, και η χρήση της ήταν καθαρά για θρησκευτικούς–λατρευτικούς λόγους. Μια τέτοια μονάδα δεν την συναντάμε ούτε στους Έλληνες ούτε στους Ρωμαίους. Στους Έλληνες έχουμε δεκαήμερα καις τους Ρωμαίους ογδοάδες που ποτέ, όμως, δεν είχαν την ισχύ της εβραϊκής εβδομάδας.
(συνεχίζεται)