Στην εκδήλωση μνήμης για το ολοκαύτωμα της Νιγρίτας και της περιοχής
Παραθέτουμε αυτούσια την ομιλία της δημάρχου Βισαλτίας Β. Πλιάκου κατά την διάρκεια της εκδήλωσης μνήμης για το ολοκαύτωμα της Νιγρίτας και της ευρύτερης περιοχής η οποία πραγματοποιήθηκε το απόγευμα του Σαββάτου 15 Ιουνίου στο προαύλιο χώρο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου Νιγρίτας.
Κύριε ΑΡΧΗΓΕ του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας
Στρατηγέ κ. Δημήτριε Χούπη,
Σεβασμιώτατε,
Στρατηγοί.
Κύριε Αντιπεριφερειάρχα
Κυρίες και Κύριοι
Η ιστορία της Νιγρίτας αλλά και της ευρύτερης περιοχής του Δήμου Βισαλτίας, είναι πλούσια σε γεγονότα, τα οποία εμείς οφείλουμε να γνωρίζουμε, για να τα μεταφέρουμε στις επόμενες γενιές. Δυστυχώς όμως, για πολλούς και διάφορους λόγους, τα περισσότερα από αυτά τα γεγονότα έχουν περάσει στη λήθη.
Το τραγικότερο ίσως γεγονός που συνέβη στον τόπο αυτό δεν είναι άλλο από το ολοκαύτωμα της Νιγρίτας. Δεν είναι τυχαίος ο όρος που χρησιμοποιούμε. Πρόκειται κυριολεκτικά για ένα ολοκαύτωμα, που έζησε η πόλη της Νιγρίτας, αλλά και ολόκληρη σχεδόν η Βισαλτία στις αρχές του 2ου βαλκανικού πολέμου.
Το αποτέλεσμα αυτού του ολοκαυτώματος, για τη Νιγρίτα μόνο, είναι η καταστροφή του 95% των κατοικιών της ανθούσας τότε κωμοπόλεως, που ονομάζονταν από τους Τούρκους “ Μικρή Ελλάδα”. Οι ανθρώπινες απώλειες ήταν σύμφωνα με επίσημη αναφορά προς την Ελληνική Κυβέρνηση 470 νεκροί, αλλά και 300 αγνοούμενοι, που σημειωτέον, ποτέ δεν βρέθηκαν, όλοι τους ηλικιωμένοι και γυναικόπαιδα. Σε άλλες αναφορές ο αριθμός είναι πολλαπλάσιος.
Επιτρέψτε μου να σημειώσω πως η Νιγρίτα κάηκε 8 μήνες μετά την απελευθέρωσή της, μετά από 550 περίπου χρόνια τουρκικής σκλαβιάς. Η Νιγρίτα απελευθερώθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1912 από τον Καπετάν Γιαγκλή, 8 μήνες αργότερα, στις 17-20 Ιουνίου 1913 κάηκε από τον βουλγαρικό στρατό και τους κομιτατζήδες. Η καταστροφή των Σερρών επακολούθησε. Αλλά η πόλη των Σερρών συνδύασε την καταστροφή με την απελευθέρωσή της. Η Νιγρίτα κάηκε ελεύθερη, από πρώην «συμμάχους».
Για να καταλάβουμε καλύτερα τα γεγονότα θα δούμε πως τα περιγράφει ο τότε πολεμικός ανταποκριτής της αγγλικής εφημερίδας «Νταίηλυ Τέλεγκραφ», Λοχαγός Τράπμαν, και παρατίθενται στο βιβλίο «Πολιτική και Θύματα Πολέμου-αναφορά
στην Έκθεση Κάρνεγκι για τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913)» του συντοπίτη μας κ. Γεωργίου Μπαρτζούδη:
«Τα μεσάνυχτα της Πέμπτης προς Παρασκευή [20 προς 21 Ιουνίου 1913], μόλις είχα ξαπλώσει στο κρεβάτι μου, στη Θεσσαλονίκη, ύστερα από μια μακρά μέρα κατά την οποία παρακολούθησα τη μάχη στο Κιλκίς…. Είχα κανονίσει με τον Φρανς ντε Ζέτσεν, τον γνωστό διεθνή πολεμικό ανταποκριτή… να ξεκινήσουμε το επόμενο πρωί για το μέτωπο….[όμως ξαφνικά ] με ξύπνησαν… Ήρθε ένα τηλεγράφημα… από τον βασιλιά Κωνσταντίνο….: «Παρακαλέστε τον Λοχαγό Τράπμαν να αναχωρήσει αμέσως για τη Νιγρίτα προκειμένου να επαληθεύσει το γεγονός ότι 1.500 χωρικοί έχουν σφαγιασθεί…».
Έτσι διαμέσου μιας τρομερά δύσκολης περιοχής, … το καταμεσήμερο, ανεβήκαμε σε μια λοφοσειρά, στη βόρεια πλευρά της οποίας είναι κτισμένη η Νιγρίτα.
Δεν νομίζω ότι θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη θέα της Νιγρίτας. Φανταστείτε μια εύφορη πλαγιά ντυμένη με συκιές, ελιές, αμπέλια και μουριές, εν μέσω των οποίων καμάρωνε κάποτε μια ευημερούσα κωμόπολη 8.000 ψυχών. Όταν την πρωτοαντίκρυσα, τα αμπέλια, οι ελιές και οι συκιές είχαν τσουρουφλιστεί από τις εμπρηστικές οβίδες. Από την πολίχνη των 8.000 ψυχών δεν είχε μείνει τίποτα άλλο παρά μόνο ένας δύσοσμος σωρός από γκρεμισμένα κτίσματα, απανθρακωμένα σπίτια. Το θέαμα ήταν φρικτό, και επιπλέον επικρέμονταν η φοβερή απειλή χολέρας και του τύφου. Φαίνεται ότι ο Θεός του πολέμου επέλεξε αυτόν τον ευημερούντα κατάφυτο τόπο για να μας παραδειγματίσει.
Προχωρήσαμε… προς το αστυνομικό τμήμα, όπου μας υποδέχθηκε ο λοχίας Βενιζέλος, γιος του Πρωθυπουργού, που είχε πάρει τηλεγραφικώς οδηγίες να ενεργήσει ως διερμηνέας μας, εάν παρίστατο ανάγκη, και για να μας δείξει τα ανατριχιαστικά «αξιοθέατα» του τόπου…
Να μια ιστορία, όπως μας την διηγήθηκε ο Γεώργιος Βλάχος…: Ήμουνα από τους τελευταίους που επρόκειτο να εγκαταλείψω την πόλη… Όταν η φωτιά άναψε, οι Βούλγαροι αξιωματικοί σήκωσαν ψηλά τα ποτήρια και έκαναν πρόποση για τη δόξα του Βουλγαρικού στρατού… Οι καυτές φλόγες σκέπασαν οτιδήποτε υπήρχε στην αγορά… Την Πέμπτη [20/6/1913]… ήρθε…. ο Ελληνικός Στρατός
Ο Δήμαρχος μας ενεχείρισε μια λίστα από 470 ανθρώπινες υπάρξεις που γνώριζε ότι είχαν χαθεί, και επιπλέον άλλους 300 αγνοούμενους. Υπήρχαν στην πόλη 1.450 σπίτια και διαλέγοντας 4 στην τύχη, ανασκαλέψαμε ανάμεσα στα συντρίμμια.
Βρήκαμε συνολικά 13 νεκρούς. Μια απλή αριθμητική πράξη μας έδειξε ότι, αν δεχόμασταν τα επίσημα νούμερα δεν θα υπερεκτιμούσαμε τα πράγματα».
Αυτός ο πολύ μειωμένος αριθμός των 470 θυμάτων και των 300 αγνοουμένων αναφέρεται στη συνέχεια από όλους τους μετέπειτα συγγραφείς. Όμως, τα πράγματα ήταν πολύ-πολύ χειρότερα. Και φαίνεται ότι βρίσκεται ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ η αρχική αναφορά της 7ης ελληνικής Μεραρχίας που ανεβάζει τα άμαχα θύματα σε 1.500. Άλλωστε το ολοκαύτωμα δεν περιοριζόταν μόνο στην πόλη της Νιγρίτας. Ίδιος και χειρότερος ήταν ο όλεθρος της φωτιάς και του αίματος που εξαφάνισε τα πάντα σε όλη την ευρύτερη περιοχή, από το Χουμνικό μέχρι το Δημητρίτσι, ακόμα και μέχρι τα μικτά χωριά Άμπελοι και Λιβαδοχώρι.
Ας δούμε ενδεικτικά μια αυθεντική διήγηση γεγονότος που συνέβη στο χωριό Αγία Παρασκευή.
Ο Δημήτρης Τασιούδης ή Μπάρτζας, γνωστός και ως Μητρούσης ήταν «πατριάρχης» της οικογένειας. Ήταν από τους πλούσιους του χωριού και στο σπίτι του είχαν εγκαταστήσει το Φεβρουάριο του 1913 οι Βούλγαροι το αρχηγείο τους.
Όταν το πρωί της 17ης Ιουνίου ακούστηκε ότι ο Βουλγαρικός στρατός πλησίαζε το χωριό, όλοι σχεδόν οι χωριανοί (Έλληνες και Τούρκοι) αναχώρησαν εσπευσμένα, ώστε να βρεθούν πίσω από την κύρια γραμμή άμυνας του Ελληνικού στρατού (από Ρεντίνα έως Δερβένι). Εκεί έστειλε και ο Μητρούσης την οικογένειά του, υπό τον μοναχογιό του.
Στις εκκλήσεις των δικών του να φύγει για να σωθεί απαντούσε : «Οι ίδιοι Βούλγαροι που ήταν εδώ», τον Φεβρουάριο του 1913, «οι ίδιοι θα είναι πάλι. Δεν μπορεί να με κάνουν κακό. Έφαγαν ψωμί από τα χέρια μου».
Έμεινε ο Μητρούσης για να φυλάξει το βιος του….. Έμειναν, ή ξέμειναν και λίγοι άλλοι χωριανοί. Μα όταν έφτασαν οι Βούλγαροι, όλοι τους κρύφτηκαν σε έναν αχυρώνα. Εκεί τους βρήκαν νεκρούς οι συγχωριανοί τους, όταν επέστρεψαν μετά από 3 μέρες, ακολουθώντας τον νικηφόρο Ελληνικό στρατό.
Το ολοκαύτωμα της Νιγρίτας είναι η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΠΟΛΗΣ κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο και ήταν ΕΡΓΟ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟ. Παρά ταύτα η Επιτροπή Κάρνεγκι … το αποσιωπά, ψελλίζοντας κουτοπόνηρα: «Λυπούμαστε που δεν μπορέσαμε να επισκεφθούμε τη Νιγρίτα… που κάηκε κατά τη διάρκεια μαχών… Πολλοί από τους κατοίκους λέγεται ότι έχουν χαθεί μέσα στις φλόγες. Πιστεύουμε ότι είναι σωστό να καταγραφεί, ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΙΑ ΕΚΦΡΑΣΗ ΓΝΩΜΗΣ, η ελληνική πεποίθηση ότι, ο τόπος αυτός κάηκε σκόπιμα από τους Βουλγάρους»!
Το φρικιαστικό ολοκαύτωμα της Νιγρίτας έγινε γρήγορα γνωστό σε όλο τον κόσμο. Εφημερίδες και περιοδικά της εποχής στην Ευρώπη και στην Αμερική κατέγραφαν στα φύλλα τους τα αποτρόπαια γεγονότα!
Ας δούμε το δημοσίευμα της ομογενειακής εφημερίδας ΑΤΛΑΝΤΙΣ, στο φύλλο του Αυγούστου του 1913:
…. Καταδιωκόμενοι [οι Βούλγαροι] ήρξαντο … των εμπρησμών, διαρπαγών και σφαγών από της ανθούσης ελληνικωτάτης Νιγρίτας. …..…Εγνώριζον βεβαίως οι διευθύνοντες τας σφαγάς και δηλώσεις ότι η Νιγρίτα και τα περί το Παγγαίον χωρία, ο Ξύλινδρος, η Δημητρίτσα και τα παραποτάμια ήσαν κατ’ εξοχήν ελληνικά, εις τα οποία έπρεπε να πέση ο καταστρεπτικός πέλεκυς και ο δαυλός των……Είναι δε οι Νιγριτινοί ου μόνον κατά την γλώσσαν και την θρησκείας και τα έθιμα αλλά και κατά το εθνικόν αίσθημα οι ελληνικώτεροι, ούτως ειπείν, των κατοίκων των περί Παγγαίον δηλωθεισών κωμοπόλεων».
Κύριε Αρχηγέ
Κυρίες και Κύριοι
Η σημερινή επέτειος μας μεταφέρει 111 χρόνια πριν, στα ερείπια της Νιγρίτας.
Η ιστορική ή συλλογική μνήμη σε αντίθεση με την ατομική, που σβήνει στο πέρασμα του χρόνου, μένει αναλλοίωτη και διαχρονική, διατηρώντας ζωντανή τη βιωμένη εμπειρία των ανθρώπων μέσα στην κοινωνία, Είναι επίσης ανεκτίμητη γιατί διαμορφώνει ταυτότητες και εκφράζει τη συνεχή παρουσία του παρελθόντος στο παρόν. Τέτοια γεγονότα μας δίνουν την ευκαιρία να εμβαθύνουμε ως Έλληνες, να στοχαστούμε αλλά και να θεμελιώσουμε τις ευαγγελικές αρετές της ειρήνης, της ενότητας, της ελευθερίας, της αλληλεγγύης, της κατάργησης των διακρίσεων και του σεβασμού των ιδιαιτεροτήτων. Γι’ αυτό η ιστορική μνήμη αυτών διδάσκει, καθοδηγεί και ενώνει.
Η βία αποτελεί την πιο ακραία μορφή μίσους. Ένα μίσος που εκφράζεται από τον άνθρωπο και υπεύθυνος είναι αποκλειστικά αυτός και η ασυδοσία του μεγάλου θείου δώρου της ελευθερίας του.
Δεν επιθυμούμε, με τις εκδηλώσεις αυτές να κρατήσουμε ανοιχτές τις πληγές που δημιούργησαν τα γεγονότα της εποχής εκείνης. Οφείλουμε όμως να τιμήσουμε τους προγόνους μας, καθώς μόνο η γνώση και η θύμηση μπορούν να αποτρέψουν μια μελλοντική επανάληψη παρόμοιας τραγωδίας.
Στον τόπο αυτό, αλλά και όπου γης να μπορούμε, να ζούμε ειρηνικά, με αγάπη και αλληλοστηριζόμενοι με τους γείτονές μας!