Ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Γιώργου Στάμτση στο Σ.Θ.
Του Δημητρίου Γ. Νάτσιου
Ενδιαφέρουσα συνέντευξη παραχώρησε στο Σ.Θ. ο Γιώργος Στάμτσης. Ο Γενικός Διευθυντής του Ελληνικού Συνδέσμου Ανεξάρτητων Εταιρειών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΑΗ), μιλά για την σπουδαία επαγγελματική του διαδρομή, για την πράσινη ενεργειακή μετάβαση και που βρίσκεται η χώρα μας στον τομέα αυτό. Ενημερώνει ότι ο λιγνίτης δεν αποτελεί, πλέον, φθηνή πηγή ενέργειας, όπως διατείνονται διάφοροι λαϊκιστές. Αναφέρεται και στην δραστηριοποίησή του στον αγροτικό τομέα και εκφράζει την άποψή του για όσα πρέπει να γίνουν προκειμένου να ανεβεί το αγροτικό εισόδημα του νομού. Απαντά, τέλος, και για την πολιτική του δράση στους κόλπους του ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ.
Κύριε Στάμτση κατέχετε αξιοζήλευτες, υψηλές θέσεις στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχετε ιδρύσει και εταιρεία ανάπτυξης φωτοβολταικών στην χώρα μας. Πέστε μας κάποια πράγματα γι αυτή την ξεχωριστή επαγγελματική σας διαδρομή.
Κύριε Νάτσιο, καταρχήν σας ευχαριστώ για την πρόσκληση για αυτή την συνέντευξη. Η απόφασή μου να ασχοληθώ με την ηλεκτρική ενέργεια πάει πίσω στα χρόνια του Παλλατιδείου Λυκείου στο Σιδηρόκαστρο, όταν επέλεξα το Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών στη Θεσσαλονίκη για τις σπουδές μου. Αποφοίτησα από το ΑΠΘ το 1998 και κατόπιν με υποτροφίες της Γερμανικής Υπηρεσίας Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών και του Ιδρύματος Βίλλυ Μπραντ ερεύνησα τη λειτουργία της απελευθερωμένης αγοράς ηλεκτρισμού στα Πανεπιστήμια του Ντούισμπουργκ-Έσσεν στη Γερμανία και το Οικονομικό Πανεπιστήμιο της Νορβηγίας στο Μπέργκεν. Στο τέλος του 2003 ολοκλήρωσα με άριστα το διδακτορικό μου και επέστρεψα στην Ελλάδα.
Ξεκίνησα την επαγγελματική μου ζωή σε μια από τις μεγαλύτερες ελληνικές εταιρείες, τη Mytilineos AE, όπου και είχα την ευθύνη του τομέα εμπορίας και διαχείρισης ηλεκτρικής ενέργειας. Ήταν τότε τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρισμού στη χώρα μας και ήταν μια συναρπαστική εμπειρία να το ζεις όλο αυτό από μέσα. Ακριβώς γιατί μου έδινε τη δυνατότητα να εφαρμόσω στην πραγματική οικονομία αυτά που είχα ερευνήσει στη διάρκεια των διδακτορικών μου σπουδών.
Το 2010 πήρα την απόφαση να γνωρίσω και την πολιτική πλευρά της ενέργειας κι έτσι, για δύο χρόνια, δούλεψα ως σύμβουλος του Γενικού Γραμματέα Ενέργειας στο Υπουργείο Ενέργειας, Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής του καθηγητή Κώστα Μαθιουδάκη. Ήταν τότε που στήσαμε για πρώτη φορά τον μηχανισμό δημοπράτησης δικαιωμάτων ρύπων, ώστε με τα έσοδα από τις δημοπρασίες να ενισχύσουμε την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Ελλάδα.
Στα μέσα του 2012 επέλεξα να επιστρέψω στον ιδιωτικό τομέα και από τότε εργάζομαι ως διευθυντής του ΕΣΑΗ, ο οποίος είναι ο σύνδεσμος των μεγαλύτερων ιδιωτικών εταιρειών ηλεκτρισμού της Ελλάδας. Από αυτή τη θέση είχα τη δυνατότητα τα τελευταία χρόνια να ασχοληθώ κυρίως με θέματα ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Βασικό επίσης κομμάτι της δουλειάς μου στον σύνδεσμο είναι η πίεση προς τις ελληνικές και ευρωπαϊκές αρχές έτσι ώστε να λάβουν μέτρα πολιτικής και ρυθμίσεις που θα οδηγήσουν σε μεγαλύτερο ανταγωνισμό στην αγορά ενέργειας.
Πολύς λόγος γίνεται για την πράσινη μετάβαση στην ενέργεια και η χώρα μας δηλώνει ότι θέλει να πρωτοπορήσει σ΄ αυτόν τον τομέα. Από την άλλη μεριά ακούγεται ότι κακώς εγκαταλείπουμε τον λιγνίτη, μία πηγή φτηνής ενέργειας και πως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν υψηλό κόστος. Μιλήστε μας γι αυτό το μεγάλο θέμα.
Κοιτάξτε, η χώρα μας καλώς δηλώνει και καλώς πράττει, όσο πράττει, στην κατεύθυνση της ενεργειακής μετάβασης. Η επιτάχυνση των προσπαθειών για αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι πια η βασική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης -και όχι μόνο- που διέπει όλες τις επιμέρους πολιτικές, σε κάθε τομέα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Εάν θέλουμε να μηδενίσουμε τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου μέχρι το 2050, τότε πρέπει να πιάσουμε τον στόχο της μείωσης κατά 55% μέχρι το 2030. Αυτό απαιτεί βαθιές αλλαγές πρώτα απ΄ όλα στον τρόπο που παράγουμε ηλεκτρική ενέργεια. Η παραγωγή από τα λιγνιτικά εργοστάσια πρέπει να μηδενισθεί μέχρι το 2025 και η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές θα πρέπει να καλύπτει το 2030 στην Ελλάδα το 70% της ζήτησης ηλεκτρισμού, από περίπου 38% που ήταν το 2021. Το φυσικό αέριο, καύσιμο κι αυτό ορυκτό αλλά μόλις με το ¼ των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα σε σχέση με τα ελληνικά λιγνιτικά εργοστάσια, θα παραμείνει ως μεταβατική λύση για περίπου 15 ακόμα χρόνια.
Όσον αφορά το κόστος πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι ο ελληνικός λιγνίτης δεν είναι πια φθηνός. Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την επιβολή της υποχρέωσης να αγοράζουν όλα τα εργοστάσια που εκπέμπουν διοξείδιο του άνθρακα δικαιώματα ρύπων. Ο λιγνίτης στη χώρα μας δεν είναι πια φθηνός γιατί έχουν εξαντληθεί τα εύκολα κοιτάσματα στη Δυτική Μακεδονία και έχουν μείνει τα δύσκολα και ακριβά. Δηλαδή χρειάζεται πια να εξορυχθούν πολλοί τόνοι χώματος για να βγει ένας τόνος λιγνίτη. Συνεπώς, ακόμα και τώρα που βρισκόμαστε σε μια περίοδο βαθιάς ενεργειακής κρίσης με πολύ υψηλές τιμές φυσικού αερίου, ο λιγνίτης στη χώρα μας δεν μπορεί να δώσει φθηνό ηλεκτρισμό.
Η ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έχει προχωρήσει σε ικανοποιητικό βαθμό στη χώρα μας; Ποια είναι η σημερινή κατάσταση και πως θα εξελιχθεί μελλοντικά αυτή η υπόθεση;
Τα τελευταία τρία χρόνια βλέπουμε μια αύξηση στην κατασκευή νέων αιολικών και φωτοβολταϊκών σταθμών. Για αυτό και το 2021 η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές, χωρίς να λογαριάζονται τα μεγάλα υδροηλεκτρικά, κάλυψε σχεδόν το 30% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα. Θα πρέπει όμως να επιταχύνουμε εάν θέλουμε να πιάσουμε τους στόχους το 2030. Κι εδώ το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την γραφειοκρατία και την περιβαλλοντική αδειοδότηση των νέων έργων. Αφορά κυρίως τα δίκτυα ηλεκτρισμού τα οποία σε πολλές περιοχές της Ελλάδας είναι κορεσμένα και δεν μπορούν να υποδεχθούν καινούργια φωτοβολταϊκά. Για αυτό πρέπει οι δυο μεγάλες εταιρείες που έχουν την ιδιοκτησία και τη διαχείριση των δικτύων -ο ΑΔΜΗΕ για την υψηλή τάση και ο ΔΕΔΔΗΕ για τη μέση και χαμηλή τάση- να προβούν σε ευρείας κλίμακας επενδύσεις σε νέες γραμμές μεταφοράς και σε νέους υποσταθμούς. Βλέποντας όμως το πρόγραμμα επενδύσεων, ιδίως του ΔΕΔΔΗΕ, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται. Και γι αυτό δεν είμαι πολύ αισιόδοξος όσον αφορά τον ρυθμό με τον οποίο θα βλέπουμε να μπαίνουν καινούργια έργα ανανεώσιμων πηγών στο ηλεκτρικό σύστημα.
Διαβάζουμε στο βιογραφικό σας ότι δραστηριοποιείστε και στον αγροτικό τομέα, ειδικότερα στη δυναμική καλλιέργεια του ακτινιδίου με έναν μεγάλο οπωρώνα στο Χορτερό. Σας επηρέασε σ αυτή την δραστηριοποίηση η «οικογενειακή παράδοση»;
Με τον αδερφό μου Σταμάτη ιδρύσαμε από το 2006 την Ηλιοτρόπιο Ενέργεια για να κατασκευάσουμε, στο Σιδηρόκαστρο, ένα από τα πρώτα φωτοβολταϊκά πάρκα στην Ελλάδα. Από το 2016 η εταιρεία επεκτάθηκε και στην αγροτική παραγωγή. Έχουμε αναπτύξει έναν ακτινιδεώνα 170 στρ. και πρόσφατα ενταχθήκαμε στο πρόγραμμα Leader για την κατασκευή ψυκτικών θαλάμων και συσκευαστηρίου με στόχο να καθετοποιήσουμε τη δραστηριότητά μας στον χώρο του ακτινιδίου. Κοιτάξτε, ο πατέρας μου ήταν γεωπόνος και μάλιστα με πρωτοποριακές για την εποχή του ιδέες, όπως η ανάπτυξη αρδευτικού συστήματος στα άγονα μπαΐρια του Σιδηροκάστρου. Ο αδερφός μου είναι κι αυτός γεωπόνος ο οποίος είχε πρωτοπορήσει τη δεκαετία του 2000 με την πρώτη μονάδα παραγωγής μανιταριών στον νομό. Μπορείτε λοιπόν να πείτε ότι όντως έχουμε μια οικογενειακή τάση για καινοτόμες δράσεις στον αγροτικό χώρο. Βέβαια για να μετουσιωθεί η τάση σε πράξη θέλει πολλή γνώση, σχεδιασμό και αφοσίωση. Και τη διάθεση να πάρεις και κάποια ρίσκα.
Όταν από όλους δηλώνεται ότι είναι ζωτική ανάγκη η αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, για να ανέβει το αγροτικό εισόδημα, στον νομό μας και στη χώρα, τι έχετε να μας πείτε γι αυτό το κρίσιμο ζήτημα. Σε άλλες περιοχές, π.χ, Χρυσούπολη Καβάλας, τα έχουν καταφέρει πολύ καλά σε αυτόν τον τομέα.
Ναι, και μπορώ να σας πω ότι τους ζηλεύουμε για αυτά που έχουν πετύχει μέχρι τώρα. Ο νομός μας έχει την ευλογία να διασχίζεται από τον Στρυμόνα και τον Αγγίτη, άρα να έχει πολλά και γόνιμα εδάφη. Όμως εάν δούμε το τι καλλιέργειες μπαίνουν παραδοσιακά και, κυρίως, με ποιον τρόπο αναπτύσσεται η αγροτική δραστηριότητα στις Σέρρες τότε καταλαβαίνουμε ότι αφήνουμε τα πλεονεκτήματά μας ανεκμετάλλευτα. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η τελευταία απογραφή δείχνει τον πληθυσμό του νομού κάτω από τις 140.000. Πουθενά αλλού στην Ελλάδα δεν παρατηρείται τέτοια ραγδαία μείωση. Η καινούργια ΚΑΠ για την περίοδο 2023-2027 ίσως είναι μια τελευταία ευκαιρία για να αλλάξει το αγροτικό τοπίο στον νομό μας.
Τέλος, να ρωτήσω λόγω «οικογενειακής παράδοσης» και η δραστηριοποίησή σας στους κόλπους του ΠΑΣΟΚ –ΚΙΝΑΛ;
Είναι φυσικό όταν μεγαλώνεις σε μια οικογένεια όπου η πολιτική δράση του πατέρα μας ήταν αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινότητάς μας αυτό να ασκεί μια επιρροή πάνω σου. Από εκεί και πέρα όμως ο καθένας τραβάει τον δρόμο που ο ίδιος χαράσσει. Η συμμετοχή στον Τομέα Ενέργειας του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ μου δίνει τη δυνατότητα να διαμορφώνω, μαζί με τον επικεφαλής του και φίλο καθηγητή Χάρη Δούκα, θέσεις και προτάσεις για την ενεργειακή μετάβαση και την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Και με χαρά βλέπουμε πολλές από αυτές να γίνονται κεντρικές θέσεις που προωθεί η νέα ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη.