Ο Παναγιώτης Γκίζης μιλάει για τον ιστορικό οικογενειακό χώρο που συμπληρώνει 60 χρόνια ζωής
- Ταυτισμένη η ταβέρνα με τα μεγάλα γλέντια των ΝεοΣουλιωτών
Του Δημητρίου Γ. Νάτσιου
Η παραδοσιακή ταβέρνα « Ο Τόλης» στο Νέο Σούλι σε ένα χρόνο συμπληρώνει 60 χρόνια ζωής. H ιστορία της ταβέρνας ξεκινά το μακρινό 1959 από τον Απόστολο Μαρκόπουλο ο οποίος με όπλα την υπομονή του και την ακάματη δουλειά του καθιέρωσε το κατάστημα του ως τόπο εξόδου των συγχωριανών του. Το φτωχικό ταβερνάκι του θα ταυτιστεί μέσα σε λίγα χρόνια με τα μεγάλα γλέντια των απλών, καθημερινών ανθρώπων του μόχθου. Το κατάστημα θα περάσει αργότερα στον γαμπρό του Απόστολο Γκίζη ο οποίος θα εξελίξει το μικρό κουτούκι και θα το μετατρέψει σε μία μικρή και αργότερα μεγάλη ταβέρνα που η φήμη της θα ξεπεράσει τα όρια του χωριού. Σήμερα η παράδοση αυτή συνεχίζεται από τον επαγγελματία τρίτης γενιάς Παναγιώτη Γκίζη o οποίος δίνει όλη την ικμάδα των δυνάμεων του για την ανάπτυξη της επιχείρησης. Έχει προσθέσει νέα προϊόντα στο μενού της , αλλά διατηρεί ως κόρη οφθαλμού την σπεσιαλιτέ του που είναι το μαλακό και καλοψημένο σουβλάκι Δραστήριος, ευγενικός, ψημένος στο καμίνι της δουλειάς από μικρός ο Παναγιώτης Γκίζης αισθάνεται βαρύ το φορτίο της οικογενειακής παράδοσης και της ευθύνης. Τον συναντήσαμε στην ταβέρνα του και μας αφηγήθηκε το ιστορικό της.
Μιλήστε μας για το ιστορικό της επιχείρησης;
Τρείς γενιές ιδιοκτητών της ταβέρνας “Τόλης” στο Νέο Σούλι. Απο αριστερά:Παναγιώτης Γκίζης, Απόστολος Γκίζης, Απόστολος Μαρκόπουλος
Ο ιδρυτής της επιχείρησης Απόστολος Μαρκόπουλος δημιουργεί το χειροποίητο σουβλάκι στα πρώτα του επαγγελματικά βήματα.
Η επιχείρηση ξεκίνησε το 1959 από τον παππού μου Απόστολο Μαρκόπουλο. Ήταν η πρώτη ταβέρνα στο Νέο Σούλι. Τα φτωχά εκείνα χρόνια το κατάστημα πρόσφερε σουβλάκι και σουτζουκάκι. Ο παππούς μου ξεκίνησε στο χώρο που βρισκόμαστε σήμερα, με ένα μαγκάλι, πέντε έξι ποτηράκια μία βάζα ούζο, το δάπεδο να φανταστείτε ήταν με χώμα. Σιγά- σιγά άρχισε να εξελίσσει την κουζίνα και να βελτιώνει τις εγκαταστάσεις της ταβέρνας. Σύμφωνα με όσα μας έχει πει ο ίδιος ο κόσμος στηνόταν στην ουρά για να πάρει μία μικρή φέτα ψωμί και ένα καλαμάκι σουβλάκι που κόστιζε μισή δραχμή. Ο παππούς μου ήταν στο μαγαζί ως το 1990, όποτε και συνταξιοδοτήθηκε. Στη συνέχεια τα ηνία ανέλαβε ο πατέρας μου και από το 2005 το κατάστημα μας πέρασε σε μένα και στα χαρτιά ως επαγγελματία τρίτης γενιάς.
Ποιο είναι το σπεσιαλιτέ του καταστήματος;
Σήμα κατατεθέν της επιχείρησης μας είναι το σουβλάκι. Το 1959 ο παππούς μου ξεκίνησε με το καλό σουβλάκι, για αυτό τον ήξερε ο κόσμος και εμείς συνεχίζουμε αυτή την παράδοση. Υπάρχουν και άλλες γεύσεις που μπορεί να απολαύσει ο πελάτης όπως το κότσι, το κοντοσούβλι, το χειροποίητο σουτζουκάκι και άλλους πολλούς μεζέδες. Προσφέρουμε επίσης και ψαρικά και πολλά ορεκτικά. Μπορούμε να καλύψουμε τις ανάγκες όλων των πελατών μας, όποιες προτιμήσεις και αν έχουν. Προσφέρουμε επίσης τσίπουρο και τοπικό κρασί το προμηθευόμαστε από τοπικούς παραγωγούς. Προσπαθούμε να διατηρήσουμε την ποιότητα μας ψηλά. Το κατάστημα μας είναι ανοικτό από τις 11 το πρωί έως τις 2 το βράδυ κάθε μέρα, εκτός από την Δευτέρα
Ποιο είναι το μυστικό για να διατηρήσει κανείς για πολλά χρόνια χώρο εστίασης σε μία μικρή κοινωνία;
Ο επαγγελματίας τρίτης γενιάς Παναγιώτης Γκίζης.
Μυστικά δεν υπάρχουν. Σε αυτές τις επιχειρήσεις πρέπει να καταθέσεις το μεράκι σου, την εργατικότητα σου, να σου αρέσει αυτό που κάνεις. Είμαστε προσεκτικοί σε όλα. Από το περιβάλλον, το σέρβις, την ποιότητα μας. Δεν βλέπουμε το κόστος της αγοράς. Το πελατολόγιο μας είναι περιορισμένο και ο καταναλωτής μας κρίνει καθημερινά. Στις Σέρρες δεν έχουμε τουρισμό για να υπάρχει νέο πελατολόγιο που σήμερα θα έρθει και μετά μπορεί να έρθει μετά τρία ή πέντε χρόνια.
Πιστεύεται ότι το κοινό επιβραβεύει σήμερα την ποιότητα στο φαγητό;
Πιστεύω πως ναι. Στη συντριπτική του πλειοψηφία το κοινό θέλει να απολαύσει κάτι ποιοτικό. Δίνουμε και εμείς το 100% των δυνάμεων μας για να φύγει ο πελάτης μας ευχαριστημένος από το κατάστημα μας. Η προσέλευση του πελατολογίου μας στη ταβέρνα μας , αποδεικνύει ότι τα καταφέρνουμε. Οι τιμές μας είναι προσιτές για να είμαστε ελκυστικοί και απ΄ αυτή την πλευρά. Επιλέγουμε να μειώνουμε το κέρδος μας, αλλά να έχουμε καθημερινά δουλειά.
Είστε επαγγελματίας τρίτης γενιάς. Τι σας ώθησε να συνεχίσετε αυτή την παράδοση;
Απο γλέντι στη είσοδο του καταστήματος στη δεκαετία του 70
Η Παναγιώτα Μαρκοπούλου σύζυγος του ιδρυτού της επιχείρησης αριστερά προσφέρει σουβλάκια στα ανηψιά της. Δεξια ο σερβιτόρος της εποχής Γιάννης Δασκαλάκης και στο μέσο της φωτογραφίας η Αικατερίνη Δασκαλάκη, αδελφή της Παναγιώτας Μαρκοπούλου.
Μεγάλωσα μέσα στην επιχείρηση, δέθηκα μαζί της, μου άρεσε αυτή η δουλειά και θέλησα να συνεχίσω την παράδοση που δημιουργήσαμε. Βέβαια το μαγαζί και γενικά η αγορά είναι δέσμευση, αλλά η αγάπη για τη δουλειά υπερτερεί. Δεν σκέφθηκα ποτέ να μην συνεχίσω το κατάστημα του παππού μου και του πατέρα μου. Με συγκινεί ιδιαίτερα όταν την ταβέρνα μας επισκέπτεται ο παππούς μου που είναι σήμερα 89 ετών. Μας ρωτά πως πάει η δουλειά, χαίρεται με την εξέλιξη της επιχείρησης και τη μακροημέρευση της. Οι χωριανοί μας θυμούνται τα νιάτα τους, τα γλέντια που γίνονταν κάθε βράδυ τις δεκαετίες του 60, του 70 και του 80 με τα τραγούδια από το Τζούκ- μπόξ (juke box) με τα 45άρια δισκάκια. Στο κατάστημα μας γινόταν τα μεγάλα γλέντια των νέων με αποκορύφωμα τα γλέντια των νεοσυλλέκτων πριν παρουσιαστούν στα κέντρα εκπαίδευσης. Σύμφωνα με όσα μου έχουν αναφέρει χωριανοί μας, την εποχή εκείνη το ηλεκτρόφωνο – juke box έπαιζε από το πρωί, με τις καλύτερες επιλογές τραγουδιών που ανέβαζαν το κέφι στα ύψη.
Ποια είναι η αποτίμηση της κίνησης στο χωριό μετά την ολοκλήρωση της καλοκαιρινής περιόδου και τα έργα ανάπλασης που έγιναν;
Μας βοήθησε πολύ η ανάπλαση. Η κίνηση στο χωριό μας ανέβηκε κάθετα την καλοκαιρινή περίοδο. Βέβαια συμβολή έχουμε και εμείς ως επαγγελματίες για αυτό. Γίνεται μία πολύ σοβαρή δουλειά από όλους τους επαγγελματίες στο χώρο της εστίασης να κρατήσουμε τους πελάτες και να προσελκύσουμε και άλλους. Με την ανάπλαση πιστεύω ότι υπάρχουν προοπτικές να ανοίξουν και άλλα καταστήματα. Ο κόσμος φέρνει κόσμο. Υπάρχει δυνατότητα να γίνουν και άλλου είδους καταστήματα. Το χωριό μας είχε καλή φήμη και πολλοί αγόρασαν οικόπεδα και έκτισαν σπίτια. Αυτό μπορεί αν συνεχιστεί. Είμαστε κοντά στις Σέρρες, έχουμε καλό κλίμα και είναι μία πολύ καλή επιλογή για τον επισκέπτη να έρθει στο Νέο Σούλι και το καλοκαίρι και τον χειμώνα.