Συνέντευξη της δημοσιογράφου της «Καθημερινής» Μαργαρίτας Πουρνάρα στο «Σ.Θ.»
Του Δημητρίου Γ. Νάτσιου
Σε επίκαιρα αλλά και διαχρονικά θέματα καταθέτει τις απόψεις της στη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Σ.Θ.» η δημοσιογράφος της εφημερίδας «Καθημερινή» Μαργαρίτα Πουρνάρα.Απαντά σε ερωτήματά που έχουν σχέση με τον πολιτισμό, την έντυπη δημοσιογραφία , την ηλεκτρονική εποχή μας.Εκτιμά ότι ο αναγνώστης αναζητά, ποιότητα εγκυρότητα και ακεραιότητα από τις εφημερίδες και αξιολογεί ότι η πολιτεία θα ήταν πολλαπλά ωφελημένη αν είχε δώσει βαρύτητα στην παιδεία και τον Πολιτισμό. Παραθέτουμε αυτούσια τις ερωτήσεις που θέσαμε και τις απαντήσεις που μας έδωσε η Μαργαρίτα Πουρνάρα στην ενδιαφέρουσα, πιστεύουμε συνέντευξη.
Με τόσο καλές σπουδές πως επιλέξατε να ασχοληθείτε με την δημοσιογραφία.Ήταν συνειδητή επιλογή ή βρεθήκατε στη αγκαλιά της επειδή ήταν σε εξέλιξη η άνθηση των μέσων μαζικής ενημέρωσης;
Από μικρή ηλικία είχα στραφεί στην γραφή και έτσι η κλίση μου βρήκε στέγη στο κατάλληλο επάγγελμα όταν ήρθε η ώρα. Είχα ήδη αρχίσει να εργάζομαι ως δημοσιογράφος στα τελευταία χρόνια του πρώτου μου πτυχίου στην Γαλλική Φιλολογία και αργότερα έκανα μεταπτυχιακά στο Λονδίνο στην δημοσιογραφία. Το ξεκίνημά μου το 1994 συνέπεσε με την μεγάλη δημοφιλία αυτής της δουλειάς εκείνη την περίοδο και κυρίως με την άνοδο του περιοδικού Τύπου. Εργάστηκα τότε με πολλούς συνομηλίκους μου. Ελάχιστοι εξ αυτών έχουν απομείνει. Είκοσι έξι χρόνια μετά από την εκκίνηση νιώθω πραγματική ευλογία και τύχη που έγινα δημοσιογράφος και εργάζομαι για δύο δεκαετίες σε μια εφημερίδα σαν την Καθημερινή, την οποία θεωρώ σπίτι μου και τους συναδέλφους, οικογένειά μου. Είμαι επίσης πολύ υπερήφανη που εργάστηκα κοντά σε μορφές όπως ο Αντώνης Καρκαγιάννης, που υπήρξε μεγάλος δάσκαλος για όλους μας.
Εργάζεστε σε ένα ιστορικό έντυπο με ειδική βαρύτητα. Τι εισπράξατε από τη επαφή με τους αναγνώστες, όταν πέρσι η εφημερίδα συμπλήρωσε 100 χρόνια ζωής; Tι πιστεύετε ότι περιμένει ο κόσμος από τις εφημερίδες ;
Η επαφή με τους αναγνώστες της «Κ» είναι πολύ ευεργετική για εμάς τους δημοσιογράφους της, ακόμα και αν μας μεταφέρουν παράπονα ή κριτικές. Παλαιότερα, η επικοινωνία με το αναγνωστικό κοινό, γινόταν μέσα από επιστολές, σήμερα πραγματοποιείται με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Είναι μια επαγρύπνηση, μας υπενθυμίζει διαρκώς τις απαιτήσεις των αναγνωστών για ποιότητα, σωστό ρεπορτάζ, εγκυρότητα και ακεραιότητα. Μας υπενθυμίζει επίσης πως καθημερινά θέτουμε τον εαυτό μας και τα κείμενά μας στην κριτική τους ματιά. Το 2019 που εορτάσαμε τα 100 χρόνια της έκδοσής μας, μάθαμε συγκινητικές ιστορίες από τους αναγνώστες μας, την τελευταία ίσως γενιά που έχει τόση εξάρτηση από το χαρτί και όχι την οθόνη.
Υποστηρίζετε ή είστε αντίθετη με την ηλεκτρονική δημοσιογραφία και τον τρόπο που ασκείται ;Έχει υποκαταστήσει ή τείνει να υποκαταστήσει πλήρως την έντυπη δημοσιογραφία; Την θεωρείτε έγκυρη; θα την ασκούσατε και κάτω από ποιες προϋποθέσεις;
Κανείς δεν μπορεί να σταματήσει την ορμή ενός ποταμού και με τον ίδιο τρόπο δεν μπορούμε πάρα να δούμε ότι το μέλλον του Τύπου θα συνδεθεί αναπόφευκτα με την ψηφιακή δημοσιογραφία. Στο εξωτερικό, εφημερίδες όπως οι New York Times ή ο Guardian κατάφεραν να περάσουν επιτυχώς την δοκιμασία για την ‘’ψηφιακή μεταρρύθμισή’’ τους. Στην Ελλάδα υπάρχει ένα τεράστιο πρόβλημα που αναχαιτίζει τους εκδότες να κάνουν το ίδιο. Εκατοντάδες ιστότοποι αναδημοσιεύουν (εννοώ κλέβουν) την δική μας πρωτογενή δουλειά, την στιγμή που θα ‘’ανεβεί’’ στο site μας. Ρεπορτάζ αξιότατων συναδέλφων από όλες τις εφημερίδες, κυκλοφορούν δίχως το όνομά τους ή κάποια αναφορά στο έντυπό τους. Είναι μια απαράδεκτη τακτική, την οποίαν ζούμε καθημερινά. Συνεπώς αν οι συνάδελφοι ενός ιστότοπου κάνουν έγκυρο ρεπορτάζ, προάγουν το επάγγελμα. Αν απλώς κλέβουν, τότε θα έπρεπε να βρεθεί τρόπος ελέγχου και τιμωρίας.
Η ανάπτυξη των μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης δυσκόλεψε ή βοήθησε τον δημοσιογράφο του έντυπου να γράψει και να φέρει στην επιφάνεια κάτι το πρωτότυπο, αυτό που θα προσελκύσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη;
Για έναν δημοσιογράφο που θέλει να κάνει την δουλειά του σωστά, να κάνει ρεπορτάζ, να εντοπίσει πηγές, να διασταυρώσει τις πληροφορίες του, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να τον διευκολύνουν, αρκεί να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός για το τι υλικό θα συλλέξει και πως θα το αξιοποιήσει. Ανακαλώντας ένα παράδειγμα από την δική μου καριέρα, θυμάμαι πως 3-4 χρόνια πριν έκανα ένα ρεπορτάζ για την γειτονιά όπου κατασκευαζόταν το Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος Νιάρχος, στην οποίαν ζουν κάποιοι μετανάστες κυρίως από το Μαγκρέμπ. Ένας κάτοικος επέμενε ότι δημιουργούν συνεχώς φασαρίες και κλοπές. Ρωτώντας την αστυνομία, μου είπαν ότι δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Αναζητώντας το προφίλ του κατοίκου στο FB, κατάλαβα αμέσως ότι ταυτιζόταν με τις απόψεις της Χρυσής Αυγής.
Πιστεύετε ότι η ιδιωτική εμπορική τηλεόραση δίνει επαρκή χρόνο στην προβολή των πολιτιστικών θεμάτων; Και γενικά τα προγράμματά της, το επίπεδό τους προάγουν τον πολιτισμό;
Δυστυχώς τα ιδιωτικά κανάλια δεν αφιερώνουν επαρκή χρόνο στον πολιτισμό. Η ΕΡΤ πάντα κάνει προσπάθεια να φανεί αντάξια του δημοσίου ρόλου της όπως και το κανάλι της Βουλής, στο οποίο βρίσκει κανείς μικρά διαμαντάκια. Όμως η ψηφιακή τεχνολογία μας ανοίγει την πόρτα σε απίστευτα πλούσιο υλικό από μουσεία, βιβλιοθήκες, ταινιοθήκες από άλλες χώρες, κάτι που μπορούμε να αξιοποιήσουμε.
Ασχολείστε με θέματα πολιτισμού και παρουσιάσεις ζωντανών συνεντεύξεων- εκδηλώσεων του Ιανού και της Εθνικής Τράπεζας. Πιστεύετε ότι ο Έλληνας ασχολείται με θέματα του πολιτισμού, αντιλαμβάνεται και σέβεται την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου του;
Το ενδιαφέρον για τον πολιτισμό- που καμιά φορά είναι αναιμικό σε μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες της χώρας μας – μαρτυρά μια σειρά από άλλους παράγοντες που σχετίζονται με την παιδεία, την καλλιέργεια, την φιλομάθεια, την εκλέπτυνση. Το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα χωλαίνει στον τομέα αυτό και δεν δίνει ίσως τα απαραίτητα ερεθίσματα στα παιδιά για να ανακαλύψουν πόσο καθοριστική μπορεί να είναι η ανάγνωση και η τέχνη στην ζωή τους. Από την άλλη, ο,τι δεν δίνει το σχολείο μπορεί κανείς να το κερδίσει από μόνος του, αρκεί να το θέλει. Σε γενικές γραμμές νομίζω ότι αν η πολιτεία έδινε την βαρύτητα που έπρεπε στην παιδεία και τον πολιτισμό, θα έβγαινε πολλαπλά κερδισμένη με πολίτες πολύ πιο έτοιμους να γίνουν δρώντα υποκείμενα μιας σύγχρονης δημοκρατίας και με μεγαλύτερη αυτογνωσία αναφορικά με την ιστορική μας πορεία.
Ο Ελληνικός πολιτισμός μπορεί να εμπνεύσει τον σύγχρονο Έλληνα, ώστε να επιστρέψει σε αξίες που έχασε;
Δεν είμαι σίγουρη αν ο πολιτισμός μπορεί να αναβιώσει κάποιες αξίες, σίγουρα όμως μπορεί εν μέτρω να μας κάνει λιγότερο απόλυτους, να ανοίξει τον πνευματικό και ψυχικό μας ορίζοντα και να μας δώσει κάποια εφόδια σκέψης για έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο δυστοπικός.
Ο Κορωνοιός πόσο επηρέασε την δημοσιογραφική ψυχολογία και τον τρόπο άσκησης της δημοσιογραφίας;
Ο κορωνοϊός έχει αλλάξει πολλά πράγματα στην δική μου τουλάχιστον καθημερινότητα. Έχω σταματήσει να πηγαίνω στο γραφείο από τις 6 Μαρτίου και γνωρίζω ότι ελάχιστοι εκ των συναδέλφων έχουν επιστρέψει. Τα ωράρια εργασίας έχουν διαταραχτεί, η επικοινωνία με την συντακτική ομάδα γίνεται τηλεφωνικά όπως και οι περισσότερες συνεντεύξεις. Σε κάποιες μεγάλες εταιρείες του εξωτερικού με εκατοντάδες εργαζόμενους, το προσωπικό ειδοποιήθηκε ότι δεν θα γυρίσει ποτέ ξανά στο γραφείο και οι εγκαταστάσεις ήδη πουλήθηκαν. Είναι πολύ νωρίς για να ξέρουμε τι θα συμβεί, πως η κατ’ οίκον εργασία θα επηρεάσει την δουλειά του δημοσιογράφου που θα στερείται πια την επαφή με τους συναδέλφους και πως ο Τύπος θα βγει όρθιος από την φουρτούνα.