«Η Νέα Δημοκρατία μου οφείλει, δεν της οφείλω»
Του Δημητρίου Γ. Νάτσιου
Τις άγνωστες πτυχές της πολιτικής του διαδρομής αποκαλύπτει σε μία εκ βαθέων συνέντευξη στο «Σ.Θ.» ο πρώην Νομάρχης Σερρών Κώστας Παπαπαναγιώτου καλύπτοντας την πολυκύμαντη ζωή του , την μακρά διαδρομή του και την παρουσία του στα κοινά , από τα φοιτητικά του χρόνια έως την περίοδο που υπηρέτησε το Νομό Σερρών από τη θέση του Νομάρχη. Η συνέντευξη του ολοκληρώθηκε ύστερα από συναντήσεις, στο σπίτι του.
Οι συναντήσεις μας στη λιτή του μονοκατοικία, έγιναν με θέα την αυλή στην οποία υπάρχουν πολλά φυτά που προσφέρουν μία γαλήνη.
Που πήγατε σχολείο, τι θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια;
Τελείωσα το 3ο δημοτικό σχολείο Σερρών, που κατά σύμπτωση τελείωσαν και η αείμνηστη σύζυγός μου και τα δυο παιδιά μου. Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα στο χωριό Ζερβοχώρι Βισαλτίας. Η μητέρα μου καταγόταν από το Χουμνικό και ήταν μικρότερη κόρη επτά αδελφών του μεγαλογαιοκτήμονα, στα μέτρα του χωριού, Στέργιου Χατζίκα.
Ο πατέρας μου ήταν γιός δασκάλου. Έχασε τον πατέρα του πολύ μικρός και η γιαγιά μου παντρεύτηκε για δεύτερη φορά έναν αγρότη. Εγώ γνώρισα τον αγρότη και όχι τον βιολογικό μου παππού Κωνσταντίνο, του οποίου έχω το όνομα. Ήταν γιός του ιερέα Παναγιώτη και εξ αυτού το επίθετο Παπαπαναγιώτου.
Ο παππούς μου, επειδή ήταν γιός ιερέα, σπούδασε στο διδασκαλείο Σερρών με δαπάνες της Ιεράς Μητρόπολης Σερρών και Νιγρίτας. Πέθανε από χολέρα, όταν ο πατέρας μου ήταν 8-9 ετών, το 1918.
Τα χωριά Ζερβοχώρι και Χουμνικό απέχουν 500 μέτρα. Ο πατέρας μου είχε στο Ζερβοχώρι ένα μεγάλο κέντρο Ψυχαγωγίας. Τις καθημερινές δούλευε ως παραδοσιακό καφενείο, αλλά τις Κυριακές και τις άλλες γιορτές φιλοξενούνταν εκεί όλες οι κοινωνικές εκδηλώσεις και οι διασκεδάσεις των Χριστουγέννων, Αποκριών, του Πάσχα. Εξυπηρετούσε το κατάστημα του πατέρα μου πέντε χωριά (Ζερβοχώρι, Χουμνικό , Σιτοχώρι, Πατρίκι, Δάφνη). Για το λόγο αυτό, ήταν αρκετά ευκατάστατος για την εποχή εκείνη.
Μεγάλωσα, μέχρι τον πόλεμο του 1940, όχι απλώς με οικονομική άνεση αλλά με τη χλιδή του χωριού.
Μου άρεσαν οι γαρίδες και μάλιστα μαγειρεμένες γιατί ο πατέρας μου εφοδιαζόταν διάφορα είδη για το κατάστημα του και αγόραζε για το σπιτικό τραπέζι μας ότι ήθελα. Όλα αυτά σταμάτησαν από την στιγμή που κηρύχθηκε ο πόλεμος και ο πατέρας μου επιστρατεύτηκε. Όταν καταλήφθηκαν τα οχυρά από τους Γερμανούς, όπου υπηρετούσε ως απλός στρατιώτης, η στρατιωτική του μονάδα επρόκειτο να πάει στη Μέση Ανατολή.
Βομβάρδισαν όμως οι Γερμανοί στον Πειραιά το καράβι και πολλοί σκοτώθηκαν. Άλλοι που γλύτωσαν σκόρπισαν και διαλύθηκε η μονάδα του πατέρα μου.
Ο πατέρας έκανε να επιστρέψει στο σπίτι μας έξι μήνες και θυμάμαι ότι του κάναμε μνημόσυνο, γιατί θεωρούσαμε ότι ήταν νεκρός.
Ένας χωριανός μας, που υπηρετούσε στην ίδια μονάδα, είχε πληροφορήσει τη μητέρα μου ότι έτρεχαν να κρυφτούν από τις βόμβες των στούκας των Γερμανών και είδε μία βόμβα να κουκουλώνει τον πατέρα μου, σκάζοντας μπροστά του.
Ο πατέρας μου είχε τραυματιστεί και νοσηλευόταν επί έξι μήνες σε ένα νοσοκομείο του Πειραιά. Όταν επέστρεψε, μετά έξι μήνες, είχε αρχίσει ήδη η πείνα της κατοχής.
Ο πατέρας μου, πνεύμα ανήσυχο, κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ πιστεύοντας ότι είναι αντιστασιακή ομάδα κατά των Γερμανών. Όταν κατάλαβε που το πάει ο ΕΛΑΣ ήθελε να φύγει αλλά δεν μπορούσε γιατί, κυρίως στην επαρχία, αν έφευγε θα τον σκότωναν.
Μέσα στον πόλεμο ήρθαν στο χωριό μας, την 15η Οκτωβρίου 1941, οι Γερμανοί θέλοντας να κάνουν ότι έπραξαν και στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια. Συγκέντρωσαν όλο τον άρρενα πληθυσμό από 17 έως 70 ετών με σκοπό να τους εκτελέσουν.
Άρχισαν να καίνε τα σπίτια, ο πατέρας μου δεν ήταν μέσα σε αυτούς που συνέλαβαν γιατί έλειπε από το χωριό. Θυμάμαι αυτά που σας λέω γιατί ήμουν μεγάλο παιδί και θυμάμαι τους Γερμανούς που μας πέταξαν έξω από το σπίτι. Η επιχείρηση σταμάτησε όμως γιατί η ανωτέρα διοίκηση των Γερμανών ενημερώθηκε από τον επικεφαλής του Γερμανικού αποσπάσματος ότι δεν βρήκαν κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο για το χωριό.
Τότε το Γερμανικό απόσπασμα διατάχθηκε ν’ αφήσει τους άνδρες και να μην κάψει κανένα σπίτι. Όμως ήδη αυτοί είχαν αρχίσει να καίνε από την άκρη του χωριού τα σπίτια και μεταξύ αυτών και το δικό μας και το κέντρο διασκεδάσεως. Όταν πήραν την διαταγή να μην κάψουν τίποτε προσπαθούσαν να σβήσουν τα σπίτια που είχαν βάλλει φωτιά. Θυμάμαι τη μάνα μου να μας συμμαζεύει, γιατί εμείς βλέπαμε διασκεδαστικά τις φωτιές.
Βρεθήκαμε λοιπόν χωρίς σπίτι , και χωρίς δεύτερο ρούχο να φορέσουμε.
Έτσι μας πήρε η μητέρα μου και εγκατασταθήκαμε στις Σέρρες. Πήγαινα σχολείο με δυο χρόνια καθυστέρηση, στο χωριό δεν είχαμε σχολείο. Ο πατέρας μου φρόντισε να κάνουμε μεταδημότευση στο Δήμο Σερρών.
Ποια ήταν η κατάσταση όταν ήρθατε στις Σέρρες;
Ο Κ. Παπαπαναγιώτου δεύτερος από τα δεξιά με φίλους του σε νεανικό πάρτυ
Όταν ήρθαμε στις Σέρρες ήμασταν φτωχοί. Κανείς δεν ήταν πλούσιος εκείνη την εποχή, αλλά εμείς ήμασταν από τους πρωταθλητές της φτώχειας.
Ο πατέρας μου είχε τελειώσει το δημοτικό αλλά ήταν κοινωνικά πολύ μορφωμένος, σε αντίθεση με την μητέρα μου που ήταν αγράμματη.
Μαθητής του δημοτικού βραβευόμουν κάθε χρόνο από τον τότε δήμαρχο Σερρών Βασ. Χατζηιακώβου ( πεθερό του Ζ, Μητλιάγκα).
Το βραβείο δεν ήταν μόνο ηθικό αλλά και οικονομικό. Τα χρήματα τα χρησιμοποιούσα για να πάρω τα τετράδια μου και τα βιβλία μου. Δεν υπήρχε δωρεάν παιδεία τότε, όπως την ξέρουμε σήμερα.
Τον χειμώνα και κάθε Κυριακή έπαιρνα κουλούρια από το αρτοποιείο Μασούρα ( ήταν πίσω από τη Νομαρχία) και τα πουλούσα συνήθως στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου. Εγώ έπαιρνα ένα ποσοστό. Επειδή ο κόσμος ήξερε ότι ήμουν φτωχό παιδί και αριστούχο, πουλούσα όλα τα κουλούρια πρώτος σε σχέση με τους άλλους κουλουρτζήδες.
Τα χρήματα τα έδινα στη οικογένεια μου η οποία όταν έβγαλα το σχολείο μου είπε να πάω να δουλέψω, αφού έχω καλές επιδόσεις στην πώληση των κουλουριών.
Δεν συμφωνούσαν να πάω στο Γυμνάσιο. Ήμασταν σε μία εποχή που για να πας από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο έδινες εισαγωγικές εξετάσεις, προφορικές και γραπτές.
Μιλάμε για μία εποχή που υπήρχαν δυο Γυμνάσια μόνο.Το Αρρένων πίσω από την Μητρόπολη, το σημερινό 1ο Γυμνάσιο και το Θηλέων που είναι ψηλά στον Κουλά.
Η δασκάλα μου ονομαζόταν Αναστασία Μικρού, Τασίτσα την αποκαλούσαν. Ως αριστούχο μαθητή η δασκάλα μας με είχε στα όπα, όπα.
Στο τελευταίο μάθημα άρχισε να μας ρωτά ποιοι θα πάνε στο Γυμνάσιο και τι όνειρα έχουμε. Όταν τις είπα ότι δεν θα συνεχίσω γιατί έτσι μου λένε οι γονείς μου, μου είπε ότι θέλει να δει επειγόντως τον πατέρα μου. Δεν ξέρω τι του είπε και τον μετέπεισε. Πιθανολογώ ότι του είπε ότι θα αδικηθώ αν σταματήσω το σχολείο. Ο πατέρας μου γύρισε στο σπίτι και μου είπε πήγαινε να δώσεις εξετάσεις για το Γυμνάσιο.
Δεν είχα κάνει αίτηση, όμως, ότι θέλω να συνεχίσω και είχε περάσει η προθεσμία. Η δασκάλα μου φρόντισε να πάρω αριθμό πρωτοκόλλου, από τους ανοικτούς που είχαν κρατήσει και έτσι έδωσα εισαγωγικές εξετάσεις και μπήκα στο 8ο Τάξιο Γυμνάσιο, όπως λέγονταν τότε το σημερινό Γυμνάσιο και Λύκειο.
Τελείωσα αριστεύοντας και το Γυμνάσιο. Τελείωσα πρακτικό λύκειο, γιατί στις τελευταίες δυο τάξεις, που ήταν η 7η και 8η,έτσι τις έλεγαν τότε, είχαμε πρακτική κατεύθυνση (Πολυτεχνείο, ιατρική κ.λπ.) και θεωρητική κατεύθυνση ( Νομική, φιλολογία, θεολογία, κ.λπ.)
Όλοι οι αριστούχοι της εποχής εκείνης ακολουθούσαν την πρακτική κατεύθυνση, διότι όλοι είχαμε όνειρο να μπούμε στο Πολυτεχνείο – γιατί τότε ήταν η περίοδος της ανοικοδόμησης της χώρας και οι πολιτικοί μηχανικοί σε λίγα χρόνια κέρδιζαν πολλά λεφτά.
Για να αναφερθούμε σε χρονολογίες το Δημοτικό το τελείωσα το 1950, το Γυμνάσιο το τελείωσα το 1956. Για το Πανεπιστήμιο τότε δεν έδινες πανελλαδικές εξετάσεις, αλλά εξετάσεις για συγκεκριμένη σχολή.
Η επιλογή σας να σπουδάσετε νομική πως προέκυψε;
Ο Κ. Παπαπαναγιώτου με την κιθάρα του και φίλους
Είχα τελειώσει το Γυμνάσιο 19, 20 ετών, όχι γιατί έχασα κάποια χρονιά αλλά λόγω του πολέμου που ανέκοψε την πορεία των μαθητικών μας χρόνων. Οι γονείς δεν ήθελαν να συνεχίσω αλλά σήκωσα μπαϊράκι και είπα ότι θα ακολουθήσω την θεωρητική κατεύθυνση όπου δεν είναι υποχρεωτική η παρακολούθηση των μαθημάτων, θα δουλεύω και θα σπουδάζω.
Είχα πληροφορηθεί ότι στη Νομική σχολή δεν υπάρχουν εργαστήρια και δεν ήταν υποχρεωτική η φοίτηση. Έτσι μπήκα στη Νομική σχολή. Τότε τα μαθήματα των εισαγωγικών εξετάσεων ήταν αρχαία, ιστορία, έκθεση και λατινικά. Τα τελευταία δυο χρόνια δεν διδασκόμασταν λατινικά στο πρακτικό τμήμα και δεν ήταν δυνατό να γράψω άγνωστο κείμενο, αφού δεν είχα διδαχθεί λατινικά.
Έβαλαν πολύ δύσκολα θέματα στα Αρχαία και την έκθεση. Έγραψα 10 ιστορία, 10 αρχαία και 9 έκθεση και άσσο στα λατινικά. Συγκέντρωσα 30 πόντους και εισήλθα στη Νομική σχολή.
Πρώτος πέρασε ο Στέλιος Παπαθεμελής, ο οποίος συγκέντρωσε 35 μονάδες και πήρε και την υποτροφία. Αν είχα διδαχθεί λατινικά από το Γυμνάσιο θα έγραφα τουλάχιστον ένα επτά και θα κέρδιζα εγώ την υποτροφία.
Την περίοδο που ήμουν φοιτητής είχα συνδικαλιστεί.
Με τον Αριστείδη Δράγιο είχαμε ιδρύσει τη Σερραϊκή Φοιτητική Ένωση (ΣΦΕ)
Εγώ δούλευα σε δικηγορικό γραφείο της Θεσσαλονίκης στο γραφείο του Αργύρη Τσετίνη, σερραϊκής καταγωγής – Βασ. Ηρακλείου 8 είχε το γραφείο του. Στο πρώτο συμβούλιο ο Δράγιος ήταν πρόεδρος και εγώ αντιπρόεδρος.
Επίσης θυμάμαι ότι ο Καραβάς , καθηγητής του Εμπορικού Δικαίου, βλέποντας τις επιδόσεις μου, μου έλεγε: «Δεν είναι η αξία σου να γίνεις δικηγόρος της επαρχίας, είσαι γεννημένος να διδάσκεις νομικά.»
Του είπα ότι εγώ για να σπουδάσω αναγκάζομαι να εργάζομαι, που θα βρω πόρους να σπουδάσω στο Εξωτερικό. Και να μάθω και ξένες γλώσσες, γιατί τότε δεν διδασκόμασταν ξένες γλώσσες στο Γυμνάσιο, αλλά μόνο όσο παιδιά είχαν την δυνατότητα να παρακολουθήσουν μαθήματα σε φροντιστήρια ξένων Γλωσσών , δυνατότητα που εγώ δεν είχα.
Τότε μου είπε ο Καραβάς «αν είχα κόρη θα σε έκανα γαμπρό και θα σε έστελνα να σπουδάσεις, αλλά δεν έχω».
Έκανα αίτηση στο ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών, στέλνοντας τις άριστες επιδόσεις μου, αλλά η αίτηση μου δεν έγινε δεκτή.
Υπήρξατε βασικό στέλεχος της Ένωσης Κέντρου. Γιατί δεν μετακινηθήκατε στο ΠΑΣΟΚ , όπως και οι περισσότεροι, αλλά ενταχθήκατε στη Νέα Δημοκρατία;
Κατ΄αρχάς δεν υπήρξα στέλεχος και μάλιστα βασικό της Ένωσης Κέντρου.
Ήσασταν ψηφοφόρος;
Ο Κ. Παπαναγιώτου τερματοφύλακας, με την Νομική Ομάδα του ΑΠΘ
Στα φοιτητικά μου χρόνια απλώς ήμουν θαυμαστής του Γεωργίου Παπανδρέου, αρχηγού της Ενώσεως Κέντρου. Με γοήτευε η ρητορική του δεινότητα σε βαθμό που ατάκες και αποφθέγματα του Γ. Παπανδρέου τα έχω αποστηθίσει και τα θυμάμαι γιατί μου άρεσαν πολύ.
Στέλεχος δεν υπήρξα κανενός κόμματος , δεν ήθελα γιατί είχα την πικρή εμπειρία του πατέρα μου, τι υπέφερε όταν εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ – ήταν αντιστασιακός και έφθασε στο σημείο να τον θεωρούν κομμουνιστή ενώ ο άνθρωπος με άλλο σκοπό εντάχθηκε και πάθαμε αυτά που πάθαμε, φτωχύναμε από τη μία μέρα στην άλλη.
Δεν ήθελα να έχω καμία σχέση με τα κόμματα. Ήμουν μόνο θαυμαστής του Γεωργίου Παπανδρέου. Μάλιστα όταν ήρθε στη Θεσσαλονίκη και δεν του έδιναν εξέδρα να μιλήσει στην Πλατεία Αριστοτέλους, με μία ομάδα πολλών συμφοιτητών μου πήγαμε και στήσαμε μία ξύλινη εξέδρα στο κέντρο της Πλατείας Αριστοτέλους απ’ όπου και μίλησε.
Ήσασταν υποψήφιος βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία σε παρελθούσες δεκαετίες. Τι ιδιαίτερο θυμάστε από τις εθνικές εκλογές που διεκδικήσατε την εκλογή σας;
Κατ΄ αρχάς όταν τελείωσα το πανεπιστήμιο και ήρθα στις Σέρρες για να ασκήσω την Νομική επιστήμη ( δικηγορία) ήμουν ακομμάτιστος.
Εγώ ψήφισα , όσες φορές ψήφισα την Ένωση Κέντρου . Όταν ο Καραμανλής ίδρυσε την ΕΡΕ, τότε άρχισα να ψηφίζω αυτό το κόμμα χωρίς να είμαι μέλος και ενταγμένος.
Αρραβωνιάστηκα ενώ ήμουν ασκούμενος την μετέπειτα σύζυγό μου και παντρεύτηκα το Πάσχα του 1965 ενώ ήμουν 8 μηνών δικηγόρος.
Το πρώτο διάστημα, μέχρι να καθιερωθώ, τα έξοδα του γραφείου μου ήταν περισσότερα από τα έσοδα. Με βοηθούσε ο πεθερός μου που είχε σχετική οικονομική ευχέρεια, διότι ήταν τοπογράφος- εργολάβος και ασχολούνταν με την ανοικοδόμηση.
Ήταν ο πρώτος που ανήγειρε μαζί με έναν άλλο εργολάβο πολυκατοικίες στις Σέρρες.
Γρήγορα καθιερώθηκα και η πρώτη αναγνώριση ήταν ότι με εξέλεξαν στον Πανσερραικό μέλος του Δ.Σ., χωρίς να είμαι παρών να ψηφίσω στη γενική συνέλευση. Αυτό έγινε το 1966 αν θυμάμαι καλά.
Είχα δημιουργήσει ένα όνομα στον Πανσερραικό αλλά και στη δικηγορία και μετά την μεταπολίτευση ήθελε κάθε παράταξη να με εντάξει στα ψηφοδέλτιά της.
Επιπρόσθετα είχα παντρευτεί μία γυναίκα (Άννα Παπαναστασοπούλου) που και η ίδια αλλά και η οικογένεια της είχε καλό όνομα και απήχηση στη σερραϊκή κοινωνία. Ήμασταν ένα ζευγάρι μίας ευρείας κοινωνικής αποδοχής.
Το πρώτο κόμμα που ήρθε στο Γραφείο μου να μου προτείνει να είμαι υποψήφιος βουλευτής ήταν το νεοϊδρυθέν ΠΑΣΟΚ.
Ήρθε στο Γραφείο μου ο γενικός γραμματέας του κόμματος του ΠΑΣΟΚ Ν. Σερρών και μου πρότεινε να ενταχθώ στο ψηφοδέλτιο. Του είπα ότι δεν θέλω , ότι τα πάω πολύ καλά ως δικηγόρος και δεν θέλω να χαλάσω το γραφείο μου.
Έφυγε, άλλα μετά μία εβδομάδα επανήλθε λέγοντας ότι θέλει να με γνωρίσει ο Ανδρέας Παπανδρέου, να πάμε στην Αθήνα. Εγώ δεν τον γνώριζα τον Ανδρέα, ούτε αυτός εμένα, απλά υπήρχαν συστάσεις από εδώ. Προφανώς μετά τη άρνησή μου θα τους είπε ο Ανδρέας «φέρτε τον εδώ , να τον πείσω εγώ να ενταχθεί στο ψηφοδέλτιο».
Φυσικά δεν πήγα στην Αθήνα.
Μετά από λίγο καιρό ήρθαν δυο στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, δεν έχω θέμα να τους κατονομάσω. Ήταν ο Σ. Φυσικόπουλος και ο Στέργιος Φαρμάκης. Ο Φυσικόπουλος ήταν προσωπικός φίλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ήταν φίλοι από την εποχή που δικηγορούσε προπολεμικά ο Καραμανλής στις Σέρρες. Ήταν ο μοναδικός που μπορούσε να μπαίνει και να βγαίνει στο γραφείο του όταν ήταν πρωθυπουργός, αλλά και όταν ήταν πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Τους είπα ότι δεν θέλω να εμπλακώ στην πολιτική. Προσπάθησαν να με μεταπείσουν λέγοντας ότι με το ρεύμα που υπάρχει στο Νομό Σερρών θα εκλεγούν βουλευτές όλοι οι υποψήφιοι τη Νέας Δημοκρατίας. Πρόκειται για διορισμό βουλευτή μου είπαν.
Αφού αρνήθηκα, μετά μία εβδομάδα ήρθαν ξανά. Τους αρνήθηκα λέγοντας ότι έχω αντιρρήσεις και από τη γυναίκα μου η οποία είχε αλλεργία με την πολιτική.
Όλοι οι μεγάλοι καυγάδες με τη γυναίκα μου ήταν για την πολιτική, γιατί παρά την αντίρρηση της ενέδωσα και μπήκα στην πολιτική.
Τελικά επιστράτευσαν ένα επιχείρημα που με λύγισε. Τότε στα ψηφοδέλτια της ΕΡΕ παλιότερα και μετά της Νέας Δημοκρατίας συμμετείχαν ο Ψάρρης, που ήταν γαμπρός του Καραμανλή, ο Λαυρεντίδης, ο Χρίστογλου, ο Μητακίδης, ο παλαιός, όχι ο Δημοσθένης που ήταν συνυποψήφιος μου, αυτοί πλαισίωναν το ψηφοδέλτιο της Δεξιάς στο Νομό. Τότε μου είπαν ότι ο Καραμανλής θέλει να κάνει άνοιγμα σε νέες ηλικίες , φωτεινά μυαλά, καταξιωμένους επαγγελματικά, σε κοινωνία και επιστήμη και ότι αν άνθρωποι σαν και εμένα δεν τον βοηθήσουν να προχωρήσει σε μεταρρύθμιση της χώρας τότε δεν θα φταίει ο ίδιος και επομένως να μη υπάρχει το παράπονο ότι βουλευτές εκλέγονται η παλαιά γενιά (Ψάρρης, Μητακίδης, κ.λ.π.). Αυτό το επιχείρημα με έπεισε και είπα το ναι.
Επέστρεψα στο σπίτι και καυγαδίσαμε με τη σύζυγό μου γιατί δέχθηκα.
Αρχίσαμε σε κάθε περίπτωση να κάνουμε δειλά, δειλά προεκλογικό αγώνα. Να παίρνουμε τηλέφωνα σε φίλους, να επισκεπτόμαστε χωριά, όσο η δουλειά μου το επέτρεπε.
Θυμάμαι ότι ήταν μέρα Σάββατο και θα ανακοινωνόταν τα ψηφοδέλτια όλης της επικράτειας της Νέας Δημοκρατίας. Την Κυριακή εκείνη ο Πανσερραϊκός αγωνιζόταν στην Καστοριά, σε κρίσιμο παιχνίδι στην προσπάθεια να αποφύγουμε τον υποβιβασμό.
Μου είπαν να μην ακολουθήσω τον Πανσερραικό στην Καστοριά, γιατί θα ανακοινωθεί το ψηφοδέλτιο το απόγευμα του Σαββάτου και θα γίνει μία συγκέντρωση γνωριμίας των υποψηφίων βουλευτών, ώστε να καθοριστεί η στρατηγική του εκλογικού αγώνα..
Το απόγευμα ετοιμάστηκα να κατεβώ στο γραφείο και να περιμένω τηλέφωνό τους. Όπως κατέβαινα ο δρόμος μου έβγαινε μπροστά στα Γραφεία της εφημερίδας «Πρόοδος».
Εκεί στεκόταν ο Άγγελος Κολοκοτρώνης ο οποίος με πληροφόρησε ότι ανακοινώθηκε το ψηφοδέλτιο και δεν είμαι μέσα. Του είπα δεν είναι δυνατόν, ότι κάποιο λάθος έχει γίνει. Τηλεφώνησε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο και μου επιβεβαίωσε ότι δεν είμαι στο ψηφοδέλτιο. Το τι ένιωσα εκείνη την στιγμή δεν μπορώ να το περιγράψω. Ο καθένας μπορεί να βάλλει τον εαυτό του στη θέση μου. Ένιωθα τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Όχι γιατί δεν με έβαλαν, αλλά γιατί αισθανόμουν ντροπή ακόμη και απέναντι στη γυναίκα μου.
Έφτασε στο σημείο η γυναίκα μου να αμφιβάλλει ότι με είχαν διαβεβαιώσει ότι θα είμαι υποψήφιος και την «έβαλα» να τρέχει για μένα, να μου μαζέψει σταυρούς (ήταν μονοσταυρία τότε).
Δεν μιλώ για τους φίλους μου, που θα είπαν μέσα τους ότι έκανα «με το νου μου μπαϊράμι», όπως λέμε.
Οι εξηγήσεις που μου έδωσαν , κατά πόσο είναι αληθινές δεν ξέρω. Μου είπαν ότι το ψηφοδέλτιο ήταν όπως ανακοινώθηκε με τη διαφορά ότι στη θέση του Λαυρεντίδη ήμουν εγώ. Μου είπαν ότι στο ξενοδοχείο InterContinental είχε στις 12 το μεσημέρι του Σάββατου press conference ο Κ. Καραμανλής, στην οποία συμμετείχαν τα μεγαλοστελέχη της παράταξης. Σε αυτή τη συνάντηση ο Λαυρεντίδης, ο οποίος είχε πληροφορηθεί ότι δεν είναι στο ψηφοδέλτιο, πήγε και στάθηκε στην πόρτα του ξενοδοχείου και περίμενε να περάσει ο Καραμανλής. Όταν πέρασε του είπε ότι θέλει να είναι υποψήφιος ξανά, τώρα που αποκαταστάθηκε η Δημοκρατία. Και ο Καραμανλής, έτσι όπως μου λένε, γύρισε το κεφάλι του αμήχανα είδε τον αδελφό του Αχιλλέα που τον ακολουθούσε και του είπε: «Αχιλλέα βγάλτε έναν και βάλτε τον Ισαάκ στο ψηφοδέλτιο. Τους είπα και εσείς θεωρήσατε ότι έπρεπε να βγάλετε εμένα, ενώ είχατε πολλούς να βγάλετε;
Ναι μου είπαν, άλλα εσύ δεν πολυήθελες να είσαι στο ψηφοδέλτιο. Είσαι μικρός, έχεις μέλλον μπροστά σου. Από τότε, δεν ήθελα να ακούσω για κόμματα.
Έχουν σημασία αυτά που σου αφηγούμαι και σε ευχαριστώ που θίγεις αυτό το θέμα, γιατί είναι άγνωστες πτυχές της προσωπικής πολιτικής μου σταδιοδρομίας. Ορισμένοι μπορεί να νομίζουν ότι εγώ οφείλω στο κόμμα, επειδή μου έδωσε το χρίσμα για τη νομαρχία το 2002 , όταν ο Καρυπίδης δεν μπορούσε να είναι υποψήφιος βάσει του νόμου.
Αν πούμε τα πάντα και κάνουμε ένα ισολογισμό τότε θα διαπιστωθεί ότι το κόμμα μου χρωστά και δεν του χρωστώ.
Κόντεψε να μου διαλύσει την οικογένεια . Όταν η γυναίκα μου είπε στα παιδιά μου τι πάθαινα από το κόμμα, μου είχαν κηρύξει πόλεμο για την επιμονή μου να ασχολούμαι αφήνοντας το γραφείο μου και τις δουλειές πίσω.
Τελικά πότε πολιτευτήκατε;
Μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 1975 – δεν υπήρχαν τότε εσωκομματικές εκλογές για την ΝΟΔΕ- τα πρώτα μέλη της ΝΟΔΕ τα διόρισε ο ίδιος ο Καραμανλής, ως αρχηγός του κόμματος.
Διόρισε πρόεδρο τον Απόστολο Καλαϊτζή, γενικό γραμματέα εμένα και πολλά άλλα μέλη. Εγώ δεν ρωτήθηκα. Πρώτη μου σκέψη, ήταν να σκίσω τον διορισμό και να τον πετάξω.
Ήμουν τόσο θυμωμένος με το φιάσκο που μου είχαν κάνει.
Ήρθε όμως ο Α. Καλαϊτζής με τον οποίο ήμουν στη διοίκηση του Πανσερραϊκού και ήμασταν στενά συνδεδεμένοι.
Με έπεισε να οργανώσουμε το κόμμα και μετά να αποχωρήσουμε, αφού θα γίνουν εσωκομματικές εκλογές.
Έτσι με έπεισαν να αποδεχθώ τον διορισμό. Τρέχαμε στα χωριά να οργανώσουμε το κόμμα , έγινα δακτυλογράφος του κόμματος και έφθασα στο σημείο να πληρώνω δακτυλογράφο να γράφει τα δικόγραφα, τις μηνύσεις και τις αγωγές, ενώ ήξερα γραφομηχανή, γιατί ως φοιτητής δούλευα σε δικηγορικό γραφείο.
Την δουλειά αυτή την έκανα από το 1975 μέχρι το 1981, γιατί έπρεπε να μπω κατ΄ εντολή του κόμματος υποψήφιος. Εκλογές έγιναν και το 1977, τότε με διαβεβαίωναν ότι θα είμαι υποψήφιος. Εν τω μεταξύ γνωριστήκαμε προσωπικά με τον Καραμανλή.
Τελικά δεν ήμουν υποψήφιος γιατί κατέβηκε το ίδιο ψηφοδέλτιο με αυτό του 1974. Αυτό δεν έγινε μόνο στις Σέρρες αλλά σε όλη τη επικράτεια, διότι ήταν απόφαση του Καραμανλή, εκτός αν κάποιος δεν ήθελε να πολιτευτεί ή είχε φύγει από τη ζωή.
Κλήθηκα μέχρι το πρωθυπουργικό γραφείο, ήταν μέσα στο Βουλή – όχι στο Μαξίμου, όπου ο ίδιος ο Καραμανλής μου είπε είσαι καμάρι μας, ξέρω τι δουλειά έκανες στην οργάνωση του κόμματος από το 1975 έως το 1977, άλλα δεν μπορώ να παραβώ μία αρχή ότι τα ψηφοδέλτια θα είναι τα ίδια. Το 1977 άφησα τη δουλειά μου και γυρνούσα σε όλο το Νομό μαζί με όλα τα κλιμάκια της ΝΟΔΕ για προεκλογικό αγώνα.
Ήσασταν υποψήφιος το 1981;
Το 1981 δεν ήθελα να είμαι υποψήφιος. Ήταν βέβαιο ότι δεν θα εκλέγονταν ούτε οι μισοί από τους εν ενεργεία βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας. Ήταν η μοναδική χρονιά που σε εκλογές πλειοψήφησε στο Νομό το ΠΑΣΟΚ. Δεν ήθελα να ήμουν υποψήφιος.
Με πήραν τηλέφωνο ακόμη και ανώτερα στελέχη για να με πείσουν. Γνώριζα ότι μόνο χρήματα θα ξοδέψω και δεν υπήρχε καμία ελπίδα εκλογής μου. Η συμμετοχή μου στις εκλογές εκείνες πήγαν πίσω τα οικονομικά μου, γιατί το σπίτι που μένω τώρα ήταν της πατρικής οικογένειας της γυναίκας μου και χρειαζόταν ανακαίνιση για να γίνει κατοικήσιμο. Την περίοδο της ανακαίνισης και επέκτασης μετακόμισα σε διαμέρισμα της απέναντι πολυκατοικίας για ένα χρόνο – γιατί τόσο υπολογίζαμε τον χρόνο. Και αντί για ένα χρόνο έμεινα πέντε στην πολυκατοικία γιατί είχα δαπανήσει αρκετά χρήματα για τον προεκλογικό αγώνα που προοριζόταν για την ανακαίνιση και επέκταση του σπιτιού και δεν είχα άλλα. Έπρεπε να μαζεύω χρήματα για να πληρώνω την ανακαίνιση.
Αυτός ήταν άλλος ένας λόγος που ήρθα σε σύγκρουση με την οικογένειά μου.
Αυτό που θυμάμαι ήταν ότι παρότι δεν είχα καμία ελπίδα να βγω βουλευτής, εν τούτοις έκανα τον πιο σοβαρό προεκλογικό αγώνα.
Είχαμε χωριστεί σε ομάδες ανά δύο, εγώ ήμουν με τον Αχιλλέα Καραμανλή, γιατί αυτό ήθελε ο Αχιλλέας. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι στη Μαυροθάλασσα υπήρχε ισχυρή αντίδραση των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ και των αριστερών και δεν επέτρεπαν κανένα υποψήφιο της Νέας Δημοκρατίας να μιλήσει. Έκαναν παράσιτα την ώρα της ομιλίας , φώναζαν, γιουχάριζαν και σε ανάγκαζαν να διακόψεις και στο τέλος να φύγεις.
Ειπώθηκε εντός του συνδυασμού του κόμματος ότι δεν μπορεί κανείς να πάει στη Μαυροθάλασσα. Τους είπα ότι θα πάω να μιλήσω εγώ, γέλασαν όλοι, όταν με άκουσαν.
Στη Μαυροθάλασσα εκείνα τα χρόνια είχε γίνει μία μεγάλη πτώχευση και με απόφαση των δικηγόρων των πιστωτών ψηφίστηκα οριστικός σύνδικος της πτώχευσης. Και όλους αυτούς τους ευεργέτησα, τους πιο πολλούς, διότι κατάφερα να κάνω ένα συμβιβασμό με τον πτωχεύσαντα, η επιχείρηση λεγόταν Χατζέσα- Βλάσης και έτσι πήραν τα λεφτά τους, όχι όλα αλλά τα περισσότερα που δεν θα έπαιρναν καθόλου αν συνεχιζόταν η πτώχευση και ο μόνος που θα πλούτιζε στην κυριολεξία θα ήταν ο σύνδικος, δηλαδή εγώ.
Μεταξύ των πιστωτών και μάλιστα ο μεγαλύτερος ήταν και ένας ονόματι Θεόδωρος Αραμπατζής, αριστερός. κουμουνιστής, όχι μόνο της Μαυροθάλασσας αλλά της περιοχής Αυτός ο άνθρωπος όταν έγινε το πραξικόπημα το 1967 ήταν ο πρώτος που πήγε εξορία και άφησε γυναίκα και δυο ανήλικα παιδιά, αγόρια, τα οποία δεν είχαν να συντηρηθούν.
Είχε να παίρνει πολλά χρήματα από την πτώχευση. Μου είχε γράψει ένα γράμμα, από την εξορία που ήταν, στο οποίο μου ζητούσε να στηρίξω την οικογένειά του που αντιμετώπιζε πρόβλημα επιβίωσης και να δώσω λεφτά στη γυναίκα του από την πτώχευση.
Εγώ δεν μπορούσα να ικανοποιήσω το αίτημά του , γιατί η διαδικασία προβλέπει να πληρώνονται πρώτα τα προνόμια (κατασχέσεις, δημόσιο, κ.λπ.) και τα υπόλοιπα, αν έμειναν, να τα μοιραστούν εξ ίσου οι πιστωτές.
Δεν είχα δικαίωμα να δώσω χρήματα σε αυτόν μόνο, παρότι είχε να παίρνει αρκετά χρήματα.
Του έγραψα γράμμα και του είπα ότι δεν μπορώ να δώσω χρήματα από την πτώχευση αλλά να πει στη γυναίκα του να έρθει στο γραφείο μου για να δω τι μπορώ να κάνω. Όσο καιρό ήταν στην εξορία , ερχόταν η γυναίκα του και τις έδινα χρήματα από την τσέπη μου και η γυναίκα του σε ένα πρόχειρο κατάλογο υπέγραφε ό,τι της έδινα.
Όταν η οικογένεια Αραμπατζή πήρε χρήματα από τον πτωχεύσαντα, μετά τον συμβιβασμό, μου τα επέστρεψαν.
Θα μπορούσα να βγάλω πολλά χρήματα την εποχή εκείνη από την πτώχευση,
Εγώ επισκεπτόμουν την Μαυροθάλασσα και τους έλεγα τι τους συμφέρει, ότι αν δεν γίνει συμβιβασμός θα τα πάρει όλα ο σύνδικος και θα γίνω εγώ πλούσιος ενώ οι ίδιο δεν θα πάρουν τίποτε. Ενώ αν γίνει ο συμβιβασμός θα ελάμβαναν το 60- 70% των απαιτήσεών τους. Και τους έπεισα να συμβιβαστούν, το κατάλαβαν, εις βάρος των δικών μου οικονομικών συμφερόντων. Τόσο πολύ που οι άλλοι δικηγόροι των Σερρών με «μούντζωναν» και μου έλεγαν:
«Εμείς σε ψηφίσαμε, για οριστικό σύνδικο, για να τα οικονομήσεις και εσύ πήγες και συμβίβασες την υπόθεση».
Αυτά μου έλεγαν ο Κοσιτζίδης, ο Παπανίκος, ο Ζιώγας, ο Κλείτος, ο Σοφιδιώτης που ήταν ο ηγεμόνας της αριστεράς στο Νομό Σερρών.
Όμως αυτό το εξετίμησαν , δεν θα με ψήφιζαν οι φανατικοί Αριστεροί βέβαια από τη Μαυροθάλασσα, αλλά δεν τολμούσαν από την στιγμή που τους ευεργέτησα να κάνουν φασαρία στην προεκλογική συγκέντρωση παραμονές των εκλογών του 1981.
Πήγα, τη Μαυροθάλασσα, ορισμένοι προσπάθησαν να αποτρέψουν τη συγκέντρωση αλλά βγήκε μπροστά ο Θεόδωρος Αραμπατζής – ήταν ένας υψηλόσωμος άνθρωπος, κουμουνιστής αλλά γνήσιος άνθρωπος.
Βγήκε και τους είπε:
«Ο Παπαπαναγιώτου θα μιλήσει όση ώρα θέλει, όσοι θέλετε να τον ακούσετε καλώς, όσοι δεν θέλετε να φύγετε. Όταν η γυναίκα μου και τα παιδιά μου θα πέθαιναν, αυτός έδινε από την τσέπη του χρήματα για να ζήσουν τα παιδιά μου όταν εγώ ήμουν εξορία».
Πραγματικά είπα ότι ήθελα και μίλησα όσο ήθελα, άσκησα κριτική και στο ΠΑΣΟΚ και στο ΚΚΕ. Απορούσε ο Αχιλλέας Καραμανλής πως έγινε αυτό. Και του είπα ότι ο καθένας έχει μία ιστορία σε αυτό τον τόπο.
Και η δική μου ιστορία λέει ότι δεν μπορούν να μου φέρουν αντιρρήσεις αυτοί που ευεργέτησα εις βάρος των οικονομικών μου συμφερόντων.